Σήμερα όμως είχε έναν ιδιαίτερο λόγο να απομονωθεί νωρίτερα: ήθελε να τα πούνε με τον Ηρακλή, όπως είχε ονομάσει τον φανταστικό φίλο που ο ίδιος δημιούργησε και μαζί συζητούσαν τα προβλήματα που είχε στο μυαλό του ...
Όλα ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια, με μια απλούστατη όσο κι αθώα ερώτηση "Γιατί μπαμπά;"
Συνήθως στα παραπάνω ερωτήματα έπαιρνε κάποια απάντηση αργά ή γρήγορα. Σε άλλα όμως ζητήματα που ήθελε να ρωτήσει τον πατέρα του, ήξερε ήδη πως δεν θα είχε απάντηση κι έτσι δεν γίνονταν ερωτήματα θέματα όπως:
Έτσι τις ώρες της γόνιμης σκέψης του, κατέληξε στα δικά του συμπεράσματα:
Ότι κακοί άνθρωποι ήρθαν στον τόπο που ζούσε, έβλεπε κιόλας πολλούς από αυτούς όταν έβγαινε έξω να είναι μαζεμένοι και να τους κοιτούν, πολλοί ήταν μαύροι και μιλούσαν άγνωστη γλώσσα που δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, παίρναν τα λεφτά και τα πολύτιμα αντικείμενα που είχαν οι άνθρωποι σαν κι εμάς, το κράτος δεν είχε λεφτά κι έπρεπε να πληρώνουμε εμείς, πώς όμως αφού ο μπαμπάς τώρα δούλευε λιγότερο και κάποιες μέρες δεν πήγαινε πουθενά μα έλεγε στην μαμά πως γερνά και ο Αλβανός που ήρθε στη δουλειά ήταν νεαρός και του έδιναν λιγότερα, ο μπαμπάς μπορεί να έχανε τη δουλειά του μια μέρα και δεν θα έβγαζε λεφτά που χρειαζότανε παντού για να πάρουνε κάτι, κάποιοι άλλοι γέροι είχανε εξαφανίσει πολλά λεφτά και τα τρώγανε κρυφά μόνοι τους μέσα στη φυλακή που τους πήγε το δικαστήριο, η δασκάλα είχε άδικο που του έλεγε να αγαπάνε και να παίζουνε με τα ξένα παιδιά αφού κείνα δεν θέλανε, ο καινούριος δάσκαλος που είπε έναν πατέρα ένα πρωί «ρατσιστή», αυτός που τους έλεγε για κάποιον Μωάμεθ με την καμήλα σε κάποια έρημο και φαινόταν να υποστήριζε αυτούς που ρίξανε κάτω την γιαγιά να την κλέψουνε, αμέσως τον κατάλαβε, τους είπε προχθές να μην πάνε στην παρέλαση, αυτοί όμως πήγαν όπως ήθελε ο μπαμπάς με την μαμά και τον είδε να είναι εκεί, να θέλει να τη σταματήσει μαζί με άλλους που φώναζαν και κάποιοι τους κυνηγούσαν, είδε κι αυτόν που ήρθε στο σπίτι παλιά και τους έλεγε να ψηφίσουν να φεύγει με ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο με αστυνομικούς με μηχανές μπροστά...
Ο φίλος του ο Αλέξης του είπε πως ο δικός του μπαμπάς έκρυβε πολλά λεφτά στον τοίχο σε ένα σιδερένιο κουτί και ήταν αλήθεια, αφού μόλις προχθές πήρε καινούρια αθλητικά παπούτσια αυτός, ενώ τα δικά του τα είχε φέρει ο παππούς πριν μήνες, πήρε κι ένα ολοκαίνουριο κινητό με πολλά παιχνίδια μέσα που το έδειξε μόνο αυτουνού, μη το δούνε και το πάρουν τα ξένα παιδιά.
Το παιδάκι που κάθονταν στο μπροστινό θρανίο μια μέρα δεν ήρθε στο σχολείο και η δασκάλα είπε πως σκοτώθηκε με τον μεγάλο του αδελφό, όταν ένα αυτοκίνητο χτύπησε την μηχανή του και υπήρχανε πολλά αυτοκίνητα που τρέχανε στους δρόμους και περίμενε πολύ ώρα για να περάσει απέναντι όταν ήθελε, αφού κανένα δεν σταματούσε ούτε για λίγο ...
Ήξερε πως κάτι πήγαινε στραβά, μα δεν μπορούσε να κάνει πολλά αυτός, που ήταν μόνο 8 χρονών τώρα...
Όμως ο Ηρακλής με το ρόπαλο του θα μπορούσε να νικήσει τους κακούς και να προστατέψει τη γιαγιά, τον μπαμπά τους γείτονες, τους μαθητές,,,
Κι αν δεν μπορούσε μόνος, θα καλούσε αυτός τον Θώρ, τον ξανθό γίγαντα με το τσεκούρι να διώξουνε τον Μωάμεθ με την καμήλα να πάει στην ξερή έρημο, ο δικός τους τόπος ήταν όμορφος, με δέντρα πολλά και νερό σε ποτάμια και θάλασσες όπως έβλεπε όταν πήγαινε στο χωριό, με πολλά νόστιμα φαγητά, γλυκά και φρούτα, υπέροχα μέρη να πάει να παίξει όποιος θέλει χωρίς να φοβάται και ο καιρός ήταν καλός για να είναι έξω, θα έστελναν και τον δάσκαλο τον καινούριο να πάει μαζί τους αφού τους θέλει πολύ, θα έδιωχναν και τους κακούς γέρους που κρύψανε τα λεφτά, θα τα βρίσκανε και θα φέρνανε πίσω, σε όλους που δεν είχανε ,οι πατεράδες θα είχανε όλοι δουλειές όπως παλιά, θα έπαιρναν λεφτά για τις οικογένειες τους και οι γιαγιάδες θα πηγαίνανε στην εκκλησιά κάθε Κυριακή πρωί άφοβα. Θάπαιρνε κι αυτός σίγουρα το ποδήλατο που σκόπευε να ζητήσει όταν θα τελείωνε την Τετάρτη τάξη, αν έβρισκε λεφτά δεν θα έλεγε όχι ο μπαμπάς...
Δεν ήταν μόνος τώρα, οι φίλοι του ήταν εδώ και θα τους έδειχναν αυτοί ...
Τι καλά θα ήταν να μπορούσαν να γίνουν όλα πραγματικότητα!
