Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 53

Σε αυτουνού λοιπόν του παπά – Πέτρου την τρίκυκλη μηχανή, φόρτωσαν στην ανοιχτή καρότσα τα πράγματα της Μαρίας. Τα χώρεσε όλα, τον υφασμένο  -πλεγμένο – κεντημένο χειροποίητο ρουχισμό, τα κάμποσα οικιακά συμπράγκαλα που είχε μαζεμένα, την ραπτομηχανή SINGER. Κάνανε μια στάση μόλις φτάσανε στα Χανιά για να μάζεψουν και τα λίγα υπάρχοντα του Ζαχάρη από το εργένικο δωμάτιο του στο σπίτι της Ελισάβας. Ήταν το μεταλλικό ντιβάνι με το στρώμα του, τα δυο του κουστούμια, τη βαλίτσα με τα άλλα ρούχα του και τρία ζευγάρια παπούτσια.

Μαζί και το μοντέρνο τότε Ιαπωνικό ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως με τα εφτά τρανζίστορ εντός, την τηλεσκοπική κεραία στη κορυφή, τα μικρά κομψά κουμπιά που το λειτουργούσαν και την καφέ δερμάτινη εξωτερική θήκη, που είχε αγοράσει τον πρώτο καιρό εκτός φυλακής για συντροφιά και παρηγοριά τα βράδια.

Ξεφορτώσανε τα πράγματα κι εγκαταστάθηκαν στο δικό τους σπίτι στα Χανιά, στην περιοχή της «Ρεγγίνας». Ο ανιψιός ο Σήφης μόλις τους είχε φτιάξει το ταβάνι σαν δικό του γαμήλιο δώρο και ήταν έτοιμοι να κάνουν κι αυτοί τη ζωή τους, όπως ίσως την σχεδίαζαν στα μύχια τους όνειρα τα χρόνια της μοναξιάς τους. Από τέτοια είχανε ζήσει πολύ και οι δυο…

Μα σε αντίθεση με την ξένοιαστη ζωή που ζούσανε ο Σταύρος με τη Τασία στον Πειραιά, ο Ζαχάρης και η Μαρία αν και έμεναν σε πόλη κι αυτοί, ζούσαν τελείως διαφορετικά. Ούτε τα άφθονα λεφτά από τον ΟΛΠ του Σταύρου έβγαζε ο Ζαχάρης από το μισιακό περίπτερο, ούτε την αστείρευτη διάθεση της Τασίας για ατελείωτα γλέντια και ασωτίες είχε ξαφνικά η Μαρία, που είχε μάθει αλλιώς στο χωριό ως νέα.

Δεν είχανε λεφτά και χρόνο για ξόδεμα. Σε ζαχαροπλαστεία και κινηματογράφους δεν μπαίνανε ποτέ. Ούτε ξέρανε τι θα πει ταβέρνα, ή νυχτερινό κέντρο με μουσική, αυτά θεωρούσαν πως ήταν για τους «άλλους». Μόνο για αυτούς που είχανε τον τρόπο τους στη ζωή δηλαδή και μπορούσανε να διάγουνε βίο πολυτελή μετά θεαμάτων και διασκεδάσεων.



Σύντομα η συνέχεια…

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 52

Πήραν από το χωριό φορτωμένη στην πράσινη τρίκυκλη μηχανή «εκτελούνται μεταφοραί» του παπα-Πέτρου, την χειροποίητη προίκα της Μαρίας. Παρά αυτή την προσφιλή προσφώνηση όμως, δεν ήταν παπάς. Αγρότης γέννημα θρέμμα του χωριού ήταν και του λόγου του, που έκανε και τον μεταφορέα επιπρόσθετα τα πρωινά τις καθημερινές, έναντι κάποιας διαπραγματεύσιμης επιτόπου τιμής από το Νιο Χωριό ως τα γύρω χωριά, έφτανε ίσαμε τα Χανιά όταν το απαιτούσε το αγώι.

Είχε την κακή συνήθεια να βλαστημά συνέχεια, κανονικό εξάψαλμο έριχνε για ώρα πολλή, σε όποια αναποδιά του απάντηχνε και για όσο την θυμόταν. Μια Κυριακή μεσημέρι του έβαλε πόστα ο παπά – Νικόλας, γνήσιος παπάς αυτός, τότε ακόμη που υπηρετούσε στο χωριό του, πριν μετατεθεί στα Χανιά στα ύστερα γεράματα του. Στο καφενείο του χωριού κάθονταν μετά τη λειτουργία που είχε τελέσει, όταν άκουσε τον Πέτρο μερικά μέτρα παραπέρα να αρχίζει το βρίσιμο για άγνωστο λόγο. Ξεκίνησε από τον Χριστό & την Παναγία, μετά συνέχισε με τους αγίους διαδοχικά, όσους θυμόταν τουλάχιστον. Μανισμένος γυρίζει προς το μέρος του και του λέει:

– Ε, παπά – Πέτρο, έτσι δα ακριβώς έπρεπε να σε λένε. Παπάς του διαόλου σάϊκα γίνηκες. Εσύ βλαστημάς τον Χριστό και τους αγίους πιο γρήγορα και με περισσότερο πάθος, από όσο εγώ τους δοξολογώ μέσα στην εκκλησία!

Γέλασαν οι μαζεμένοι χωριανοί, με τον Πέτρο και τον παπά που του έβαλε πόστα. Από κείνη τη στιγμή του κόλλησαν το παρανόμι «παπά», που συνόδευε για πάντα μέχρι τον θάνατο του το μικρό του όνομα, αφού κανένας δεν θυμόταν το πραγματικό του επώνυμο πια όταν ήθελε να τον ξεχωρίσει από άλλους.

Πέρα από τα πειράγματα και το παρανόμι, ήταν αγαπητός στους χωριανούς του. Τον προτιμούσαν ιδιαίτερα για τις μεταφορές τους. Ήξεραν πως θα γίνονταν πολύ γρήγορα, χωρίς άσκοπες ή σκόπιμες καθυστερήσεις και θα έφταναν σίγουρα επακριβώς στον προορισμό τους, σώες και πλήρεις, όλα τα δέματα, τα πακέτα και οι τσάντες που του έδιναν, να πάει στους δικούς τους.

Δεν έμπαινε καθόλου αυτός στον πειρασμό να βάνει τη χέρα του και να ψαχουλεύει τα πράγματα που του εμπιστεύονταν να μεταφέρει, και να διαλέξει ποια & πόσα θα παραδώσει στους παραλήπτες τους και ποια θα κρατήσει για πάρτη του. Όπως ήταν η κοινή πρακτική του έτερου μεταφορέα του χωριού, η δική του κακή συνήθεια αυτή…


Σύντομα η συνέχεια…

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 51

Δυναμική και κωλοπετσωμένη γυναίκα, από τις λίγες εμπόρισσες τότε και καλή στο μιλητό. Είχε μεγαλώσει μόνη και είχε αποκαταστήσει με καλούς γάμους και τις δυο κόρες της, αφού ο άντρας της είχε πεθάνει από νωρίς. Την ήξεραν όλες οι συγγενείς που ψώνιζαν από κει και την εμπιστεύονταν την Ελισάβα, αυτή ήταν που βοήθησε περισσότερο στο προξενιό του Ζαχάρη και της Μαρίας παρά ο Τσούρδος.

Προξενιό που προχώρησε αισίως εντέλει, γνωριστήκανε κάπως και γρήγορα είπανε να παντρευτούνε. Δεν είχανε και οι δυο καιρό για χάσιμο.

Για τον γάμο της αδερφής του κατέβηκε μετά από χρόνια ο Σταύρος στο χωριό. Έφερε και την σύζυγο Τασία και την μικρή Μάρω να τις δει και να δούνε το σόι. Αφού φιλιώσανε επιτέλους για την υπόθεση του σπιτιού, μοίρασε δίκαια στη μέση το ακριβό πορσελάνινο και ασημένιο σερβίτσιο στις αδερφές του, στην δε Μαρία έδωσε επιπλέον και το κουρδιστό του ρολόι με το μαύρο λουράκι, κείνο που είχε φέρει από την Νότιο Κορέα και μέχρι τότε το φορούσε αποκλειστικά αυτός.

Το φορούσε για λίγο η Μαρία στο αριστερό της χέρι, αντρικό ρολόι και δεν της πήγαινε. Ώσπου το είδε ο Ζαχάρης, ο οποίος για πρώτη φορά μετά τα 20 χρόνια της φυλακής είχε την αίσθηση του χρόνου, ένιωθε να τον ξετρέχει συνέχεια ένα αέναο ρολόι.

Όπως νοιώθουν οι δήθεν “ελεύθεροι” άνθρωποι που όλο τρέχουν να προλάβουν δουλειές, υποχρεώσεις, ημερομηνίες και προθεσμίες, έτσι το πήρε από την Μαρία και το φορούσε αυτός. Ήταν το πρώτο και μοναδικό ρολόι που είχε ποτέ στην κατοχή του, δεν χρειάστηκε να αγοράσει άλλο, αφού το κούρδιζε και το καθάριζε τακτικά, να κρατήσει πολύ. Και η αφορμή μετέπειτα για τα πρώτα συζυγικά τους καυγαδάκια…



Σύντομα η συνέχεια…

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ…50

Νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα η μεγαλύτερη αδερφή η Μαρία αν και ξεροκέφαλη, εκτός από όλες τις αγροτικές δουλειές που έκανε, ήξερε να υφαίνει στον αργαλειό, να ράβει ρούχα, να πλέκει δαντέλες – πουλόβερ – κουβέρτες, να κεντά σεντόνια – πετσέτες – μαξιλάρια, να γαζώνει στην μηχανή SINGER που είχε αγοράσει με δικά της λεφτά. Είχε την προίκα της έτοιμη, φτιαγμένη με τα χέρια της. Τα ίδια φυσικά ξέρανε να κάνουνε και οι υπόλοιπες γυναίκες της εποχής, στα χωριά τουλάχιστον.

Αυτήν λοιπόν έβαλε στόχο ο Τσούρδος να την προξενέψει με τον Ζαχάρη, που ερχόταν στο χωριό να τον βρει πότε – πότε και τα λέγανε. Αυτό το έκανε περισσότερο σαν χάρη προς τον παλιό φίλο του τον Ζαχάρη, που ήθελε να τον βοηθήσει  όπως μπορούσε με τις περιορισμένες δυνάμεις του. Για να μην περάσει μοναχός την υπόλοιπη ζωή του, σαν πρώην κατάδικος και με περασμένα τα σαράντα του πια, με λίγες ευκαιρίες για να δουλέψει, να κάνει κάποια λεφτά και να δημιουργήσει μια δική του οικογένεια, για να χαρεί κάτι καλό στην υπόλοιπη ζωή του.

Εξάλλου η Μαρία είχε μεγαλώσει πια αρκετά και το ήξερε και η ίδια, μα από μικρή έβγανε γλώσσα και ήθελε να κάνει το δικό της έτσι όπως καρφωνόταν στην κεφαλή της, για αυτό δεν την έπαιρνε κανείς άντρας από το χωριό κι έπρεπε να της βρούνε κάποιον από αλλού, να μην τη νε ξέρει καλά. 

Λεπτός και λεβέντης ακόμη ο Ζαχάρης, είχε ράψει και δυο κοστούμια ένα χειμερινό κι ένα καλοκαιρινό να φοράει τις σχόλες, μα είχαν περάσει κι αυτουνού τα καλά του χρόνια και άδικα, χωρίς να τα ζήσει και του χρειαζόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Μια δεκάδα χρόνια μεγαλύτερος ήταν από την Μαρία, ακούραστος, εργατικός και φιλότιμος ήταν, λεφτά μάζευε με κάθε ευκαιρία, μπορούσανε μια χαρά να σμίξουνε και να κάνουνε οικογένεια.

Εδώ ο Τσούρδος είχε μια ανέλπιστη βοήθεια στη προσπάθεια του από την Ελισάβα. Μια γυναίκα που ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου. Ήταν όμως αυτή που νοίκιαζε ένα δωμάτιο από το σπίτι της στον Ζαχάρη, τον είχε μάθει αρκετά καλά αφού ήταν σχεδόν κάθε βράδυ μαζί μιλώντας για τα πάντα και ήθελε και κείνη να τον αποκαταστήσει όσο ήταν καιρός ακόμη. 

Αυτή είχε επιπλέον κι ένα μικρό μαγαζί στον Κάτολα στα Χανιά, με τόπια από υφάσματα, βρακολάστιχα (περιζήτητα τότε που οι γυναίκες τις έφτιαχναν τις βράκες τους μόνες τους στο χέρι ή στην μηχανή) και είδη ραπτικής, με πολλή γυναικεία πελατεία, μεταξύ αυτών η μάνα Αγλαΐα, οι κόρες Μαρία και Αντωνία, η νύφη Ελένη, οι ξαδέρφες Κούλα, Αντριάνα, Χρυσούλα, η θεία Ζωή η κουκούτσα, η άλλη θεία η Αρετώ, μερικές συγχωριανές ακόμη…


Σύντομα η συνέχεια…

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 49

Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίζουν αιωνίως οι οικογένειες τους να βρίσκονται στα μαχαίρια για προηγούμενες διαφορές, που τους είχανε φέρει ίσαμε εδώ. Έτσι επέμενε να τους βοηθήσει να παντρέψουν την μεγαλύτερη από τις δυο κόρες της οικογένειας την Μαρία, αν όχι με έρωτα ανάμεσα στα σόγια τους αφού δεν είχε αρσενικό παιδί, τότε με ένα προξενιό με κάποιον που δεν ήταν από το χωριό τους, μα ήξερε καλά και συμπαθούσε πολύ ο Τσούρδος.

Μέχρι τότε, ούτε ο Σταμάτης, ούτε ο Σταύρος, ούτε ο Γιώργος που τώρα ήταν χωροφύλακας στην Χίο και τον τύλιξε μια επισκέπτρια Σαμιώτισσα πονηρή και αρκετά μεγαλύτερη του στα χρόνια, έκαναν το παραμικρό για να την παντρέψουν. Ούτε αυτή τη μεγάλη, ούτε την μικρότερη αδερφή τους την Αντωνία που ήτανε πιο καλόβολη και συγκαταβατική. Τις είχαν μάλιστα για να φροντίζουν τα δυο πρώτα παιδιά του Σταμάτη, που περνούσε από το πατρικό του και τους τα άφηνε πριν φύγει για το χωράφι με την Ελένη που τον βοηθούσε κάθε πρωί. Μικρά παιδάκια τότε, όταν δεν τις έπαιρναν να δουλεύουν στα μεροκάματα, πότε η μια και πότε η άλλη τα νετάσανε…

Παντρευτήκανε τα κορίτσια τελικά, με σειρά ηλικίας, πρώτα η Μαρία και σε τρία χρόνια η μικρότερη της αδερφή η Αντωνία, που στάθηκε πολύ άτυχη στο γάμο της. Την παντρέψανε με έναν ήρωα του έπους του ’40, που διακρίθηκε σε μια μάχη κατά την προέλαση των Ελλήνων στο Βόρειο-Ηπειρωτικό μέτωπο κερδίζοντας ένα παράσημο κι έναν σοβαρό τραυματισμό. Από τον οποίο στην πραγματικότητα δεν συνήλθε ποτέ. Λόγω ελλιπούς ιατρικής περίθαλψης, που φυσικά δεν υπήρχε διαθέσιμη τότε στην πρώτη γραμμή. Με ανεπούλωτα εσωτερικά τραύματα σε ζωτικό όργανο που τον ταλαιπωρούσαν συχνά από τότε, όλα τα υπόλοιπα χρόνια που έζησε.

Τιμημένος από την Πολιτεία σαν ήρωας πολέμου κι ανάπηρος, του είχε δοθεί ως αντάλλαγμα μια «άδεια εμπορίας προϊόντων καπνού» σπάνια και επικερδή κείνα τα χρόνια, που του εξασφάλισε ένα καλό εισόδημα  κι ένα μεγάλο σπίτι πάνω στην πλατεία του χωριού του, το Καλαμίτσι του Αλεξάνδρου από όπου καταγόταν η οικογένεια του, ονομαστή οικογένεια της περιοχής, με πολλούς ήρωες στους εθνικούς αγώνες & σεβαστούς επιστήμονες στα ειρηνικά χρόνια ως και σήμερα.

Εκεί πήγε νύφη την Αντωνία ο πολύ μεγαλύτερος της Μιχάλης, εκεί ζήσανε τέσσερα χρόνια καλά μαζί καθότι χουβαρντάς κι αγαπητός. Ο Δημιουργός όμως δεν του έδωσε παραπάνω περιθώριο ζωής, έτσι με συνεχώς επιδεινούμενη την κατάσταση της υγείας του, πέθανε ένα απόγευμα στο νοσοκομείο των Χανίων από συμφόρηση. Αφήνοντας χήρα την Αντωνία σχετικά νέα ακόμη, με ένα μικρό θηλυκό παιδί κι ένα αρσενικό μωρό στην κοιλιά, που γέννησε σε δυο μήνες από την κηδεία του για λίγο άντρα της.

Πέρασε την υπόλοιπη ζωή της μεγαλώνοντας τα δυο παιδιά της, με την σύνταξη αναπηρίας και το μαγαζί με τα τσιγάρα που της έμεινε κληρονομιά από τον Μιχάλη της. Χαριστικά της δώσανε αργότερα και το πρώτο κοινόχρηστο τηλέφωνο που μπήκε στο Καλαμίτσι του Αλεξάνδρου, δούλευε συμπληρωματικά σε ελιές και τρύγους που ζητούσανε εργάτες, κάνανε και τα παιδιά το ίδιο μεγαλώνοντας, είχανε και κάτι δικά τους χωράφια να φροντίζουνε συν λίγα οικόσιτα ζώα για κρέας, αυγά και γάλα και ζήσανε στο χωριό…



Σύντομα η συνέχεια…

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 48

Ο Τσούρδος θαύμαζε την σπιρτάδα του πολύ μικρότερου του στα χρόνια Ζαχάρη, την επιθυμία του να ζήσει, να μαζέψει λεφτά όπως μπορεί, τους τρόπους που έλυνε προβλήματα. Ήθελε πολύ να κάνει κάτι για αυτόν, που θα τους έφερνε πιο κοντά τα επόμενα χρόνια, να αποκτήσουν στενότερες σχέσεις. Δεν ήθελε να τον χάσει τώρα που οι δρόμοι τους θα χωρίζανε απότομα και έτσι υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλον να κρατήσουν επαφή…

Από το φορτηγό που τους ξεφόρτωσε στην πλατεία της Αγοράς στα Χανιά, ο Τσούρδος πήγε στο ΚΤΕΛ του Αποκορώνου να πάρει το μεσημεριανό λεωφορείο για να πάει στο χωριό του και στην γυναίκα του που δεν είχε δει για όλα αυτά τα χρόνια, ενώ ο Ζαχάρης απόμεινε μοναχός με τα χέρια στη μέση, να κοιτάζει τριγύρω την κίνηση και τα κτίρια στην καινούρια πόλη που θα τον φιλοξενούσε από τώρα. 

Όταν είδε κι απόειδε, πήρε μια κούρσα αγκαζέ από εκεί μπροστά να τον πάει στο σπίτι ενός ανιψιού του, του Σήφη που είχε δικό του ξυλουργείο και έμενε στο «Κρύο Βρυσάλι», όπου και το καφενείο του Ηρακλή του Μερακλή με το παχύ μουστάκι. Έμενε σε ένα μικρό διώροφο σπιτάκι λίγο πλαγιαστό και χωμένο κάτω από έναν μεγάλο βράχο, που από την θέση του αποτελούσε μέρος των παλαιών Ενετικών τειχών των Χανίων. Την μια και μοναδική μικρότερη αδερφή του Ηρακλή, την είχε παντρευτεί πρόσφατα ο Σήφης.

Η απόσταση δεν είναι μεγάλη για τους Χανιώτες που ξέρουν, λίγα λεπτά αρκούνε να φτάσει ως εκεί περπατώντας από την Αγορά περνώντας μέσα από τα Στιβανάδικα ή την πλατεία της Μητρόπολης. Ο πονηρός αυτοκινητιστής όμως τον έκανε μια μεγάλη βόλτα – αναγυρίδα ως τη Νέα Χώρα με επιστροφή από το λιμάνι και μετά ως την Μητρόπολη απέξω, για να του φάει ολόκληρο το τάλιρο που είδε πως κρατούσε στο χέρι του μπαίνοντας στο μεγάλο Αμερικάνικο αυτοκίνητο ο Ζαχάρης.  

Ο Σήφης τον φιλοξένησε στο πολύ στενό σπιτάκι του την πρώτη μέρα και τον βοήθησε να βρει και να νοικιάσει ένα δικό του δωμάτιο στο μεγάλο σπίτι της Ελισάβας. Ήταν ένα παλιό Βενετσιάνικο αρχοντικό που ορθωνόταν περήφανο μέσα στο στενό με τον μιναρέ πίσω από την Δημοτική Αγορά, μια ανάσα από το κέντρο των Χανίων.  Η πρώτη δουλειά που έκανε ο Ζαχάρης ελεύθερος πια, ήταν σε ένα περίπτερο μαζί με έναν ανάπηρο πολέμου, μισή μέρα έκανε ο γης, μισή ο άλλος…

Ο Τσούρδος στο Νιο Χωριό στα γεράματα του τώρα κι αυτός, επιδίωκε να φτιάξει τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους συγχωριανούς του. Ήθελε να περάσει καλά κι αρμονικά μαζί τους τα τελευταία χρόνια της ταραγμένης ζωής του. Προσπάθησε μάλιστα να κάνει ένα προξενιό σε μια από τις ανύπαντρες ακόμη αδερφές του Σταύρου, μέσω τρίτων αρχικά, για να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους.




Σύντομα η συνέχεια…

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 47

Ο ίδιος ο διευθυντής, που παρατηρώντας για κάμποσο καιρό τις «επιχειρηματικές» αυτές δραστηριότητες του Ζαχάρη εντός των τειχών της φυλακής και ξέροντας από πρώτο χέρι το ποσό που κατόρθωνε να συγκεντρώνει κατά καιρούς, είχε πει σε μια σύναξη φυλάκων, του εισαγγελέα ποινών και λοιπών λειτουργών της φυλακής και της πολιτείας, εκείνο το αμίμητο:

– Αν περνούσε από το δικό μου χέρι, θα έβγαζα έξω τον Ζαχάρη ελεύθερο, θα του έδινα κι ένα εκατομμύριο αρχικό κεφάλαιο για να κάνει ότι θέλει. Είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος πως σε λιγότερο από δυο χρόνια θα μπορούσε να μου επιστρέψει όλα τα λεφτά μου με κάποιο τόκο και να έχει κι αυτός άλλο ένα εκατομμύριο δικό του!

Δυστυχώς για τον αεικίνητο πάντα Ζαχάρη, δεν ήταν στο χέρι του διορατικού διευθυντή να τον ελευθερώσει, η πολιτεία επέμενε να ολοκληρώσει όλη την 20ετή ποινή του, πριν μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρο της φτωχής από τα πρώτα του χρόνια ζωής του. Έτσι συνέχισε να δραστηριοποιείται με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο περιορισμένο χώρο πίσω από τους ψηλούς πέτρινους τοίχους και ανάμεσα στα βαριά σιδερένια κάγκελα, για πολλά χρόνια ακόμη, έπειτα από κείνη την σύναξη και τη ρήση.

Ανανέωνε δε συχνά τα πράγματα του με πολλούς τρόπους, βγάζοντας τα κουμπιά από άλλα σκισμένα ρούχα, παλαιότερα παίρνοντας τα ρούχα των θανατοποινιτών που εκτελούνταν, με ανταλλαγές με άλλους που έψαχναν αυτά που τους ταίριαζαν, από παλιόρουχα που του χάριζαν κάποιοι που αποφυλακίζονταν, όταν οι χάντρες γίνονταν αρκετές τις έφτιαχνε κομπολόι με σπάγκο και το πουλούσε ξεχωριστά, κι ότι άλλο σκεφτόταν στη στιγμή (άλλο παράδειγμα οι κλασικές στις φυλακές ανταλλαγές με τσιγάρα, που τα έκοβε στην μέση, κάπνιζε το μισό όταν του ερχόταν επιθυμία να καπνίσει και πουλούσε ή αντάλλασε με κάτι που ήθελε το υπόλοιπο)…

Το κουτί έτσι ανανεωμένο, ήταν πάντα ενδιαφέρον για εξερεύνηση και μέτρημα από πολλούς κατάδικους, που το ζητούσαν τακτικά να περάσουν την ώρα τους. Κράτησε πολλά χρόνια αυτό το νταλαβέρι, σχεδόν όσα ήταν και τα χρόνια της κράτησης του και ο Ζαχάρης κατόρθωσε κέρμα – κέρμα και δεκάρα τη δεκάρα, να μαζέψει ένα καλό ποσόν σε δραχμές μέχρι να αποφυλακιστεί. Ποσόν όχι για πλουτισμό, μα ικανό να ράψει ένα κουστούμι και να πάρει καινούρια παπούτσια, να νοικιάσει ένα δωμάτιο να μένει και να περνά τον πρώτο καιρό ελεύθερος, μέχρι να βρει κάποια δουλειά.


Σύντομα η συνέχεια…