Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 27

Πονήρεψε ο νεαρός Ζαχάρης γρήγορα, άρχισε να κάνει και πλανόδιο εμπόριο με ένα γάιδαρο γυρνώντας τα γύρω χωριά, πουλώντας ή ανταλλάσοντας πράγματα, κυρίως αγροτικά προϊόντα. Έπιασε και κατοχή όταν έφτανε να ενηλικιωθεί, στα μέρη του ήρθαν Ιταλοί, μεγάλωσαν οι ανάγκες για τροφή όλου του πληθυσμού μετά την συλλογή και αρπαγή της συγκομιδής από τους κατακτητές, κι άρχισε τα κόλπα.

Ο καρπός που έφτανε στο σπίτι για την οικογένεια όλο και λιγόστευε, υποψιάστηκε ο πατέρας που κίνησε ένα πρωινό κι έψαξε ένα - ένα όλα του τα χωράφια. Σε μια κρυψώνα σε κάποιο από όλα, βρήκε αποθέματα καλά φυλαγμένα από αδιάκριτα μάτια & χέρια και μονομιάς κατάλαβε:

- Τον άτιμο τον Ζαχάρη, κρύβει τον καρπό για να τον πουλήσει στη μαύρη αγορά!

Κι έτσι ακριβώς είχε η κατάσταση, το εμπορικό δαιμόνιο του Ζαχάρη είχε ξυπνήσει για τα καλά εκείνες τις μαύρες μέρες με τις πολλαπλές ελλείψεις τροφής κι άρχισε να σχηματίζει ένα σεβαστό κομπόδεμα, χωρίς να πει πράμα στους δικούς του όμως. Εκμεταλλευόμενος τις συνθήκες και τις ανάγκες των ανθρώπων.

Παντρεύτηκε νωρίς μια κοπέλα την ηλικίας του από το ίδιο χωριό κι ήταν έτοιμος να φτιάξει την ζωή του σαν μελλοντικός πολλά υποσχόμενος έμπορος. Σε όλη την γύρω περιοχή της Ιεράπετρας, ίσαμε και τα γειτονικά χωριά της Βιάννου, είχε φτάσει η χάρη και η δράση του, πάντα αεικίνητος και αστραπόμυαλος ως εκ του φυσικού του ήταν.

Αυτό διακόπηκε απότομα όταν πάτησε τα 20 του χρόνια και συνέβηκαν τα παραπάνω, σε μια αποφράδα στιγμή. Τότε που μετά το τριπλό φονικό που διέπραξε για να σώσει την ζωή του, συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε ως στυγνός εγκληματίας, όπως τα γεγονότα για έναν εξωτερικό παρατηρητή έδειχναν. 

Τα πρώτα, σκληρότερα και περισσότερα χρόνια της φυλακής αμέσως μετά την πολύχρονη καταδίκη του, τα έκανε πολύ μακριά από το χωριό και τους ως τότε ορίζοντες του, στον νομό Χανίων. Αφού αρχικά τον μετέφεραν στην άλλη άκρη της Κρήτης, πάνω από τον κόλπο της Σούδας στο Ιντζεδίν, σιδηροδέσμιο σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής με το μικρό φορτηγάκι και τους ευάριθμους ένοπλους χωροφύλακες να τον έχουν σε απόσταση αφού είχε χαρακτηριστεί ως «ιδιαιτέρως επικίνδυνος».


Σύντομα η συνέχεια...

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 26

Ήταν μια βαριά ποινή που για να την μειώσει, ο Τσούρδος που δεν ήταν νεαρός μα περασμένος μεσήλικας ζήτησε να πάει στις αγροτικές φυλακές της Αγυιάς, κοντά στα Χανιά κι αυτές, όπου η μια μέρα μετρούσε διπλή για τους κρατούμενους, κάνοντας διάφορες αγροτικές δουλειές στις ανοιχτές εκτάσεις της φυλακής.

Εκεί είχε ήδη μεταφερθεί και ο Ζαχάρης, ένας άλλος βαρυποινίτης που είχε είκοσι χρόνια φυλακή να εκτίσει. Είχε μπει στην φυλακή 20 χρονών και προσδοκούσε να βγει στα 40 του, με καλή διαγωγή. Είχε σκοτώσει τη νεαρή πρώτη του γυναίκα, τον πατέρα της και τον μεγάλο αδερφό της σε οικογενειακό καυγά, με μια και μόνη γυριστή μαχαιριά και τους τρεις, με τον πασαλή που ευτυχώς για αυτόν κρατούσε πάντα μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Ελάχιστες στιγμές μόλις πριν προλάβουν να τον σκοτώσουν αυτοί με ένα μεγάλο τσεκούρι, όπως προσπαθούσαν αφού είχαν πέσει οικογενειακώς πάνω του, τον είχαν γονατίσει και τον κρατούσαν χάμω, όλα αυτά στους Μεσελέρους, το χωριό τους, σε ένα χωράφι τους. Άλλη ξεχωριστή, τραγική ιστορία αποτελεί η ζωή του Ζαχάρη.

Την πρώτη του 20ετία την πέρασε ζώντας στο χωριό του, ένα φτωχικό ορεινό χωριουδάκι κάπου στην Νότιο Ανατολική άκρη της Κρήτης κοντά στην Ιεράπετρα. Εννιά παιδιά γέννησε η μάνα του, τα δυο πεθάνανε νωρίς και γλιτώσανε από την φτώχεια, τα άλλα μεγαλώνανε σε ένα μικρό δίπατο σπιτάκι όπως μπορούσανε. 

Προτελευταίος γιός ο Ζαχάρης, τραβούσε όλες τις αγγαρείες του σπιτιού με τα πολλά στόματα που θέλανε τροφή να επιβιώσουνε. Η παρασιά δεν έσβηνε ποτέ, ολημερίς μαγείρευε στο σπίτι η μάνα, οι σπιτικές μακαρούνες και τα λαδοτύρια ήταν συχνά στο οικογενειακό τραπέζι. Ανάμεσα στα κουκιά, τις αγγινάρες, τις μελιτζάνες και τα κολοκύθια, ανακατεμένα να αυγατίσουν με τα χόρτα που κουβαλούσε αδιάκοπα ο πατέρας γυρνώντας στα διάσπαρτα εδώ κι εκεί κι όχι και τόσο εύφορα χωράφια τους. Ο μικρός Ζαχάρης από νωρίς στα άγουρα χρόνια του από κοντά σαν αγόρι να τον βοηθά, γιατί τα περισσότερα από τα υπόλοιπα παιδιά ήταν θηλυκά.

Οι γραμματικές του γνώσεις σταμάτησαν στην Τετάρτη του δημοτικού, προείχε η ολοήμερη απαιτητική και πολύ κουραστική καλλιέργεια της γης να βγάλει καρπό, να τραφούν όλοι και να μείνει και κατιτίς να πουληθεί, να έχουν και κάποια λεφτά φυλαγμένα σε μια μπάντα αν παραστεί ανάγκη.

Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 25

Ο πατέρας του Γεράσιμου που ασχολούνταν με τα κοινά στην επαρχία τους, είχε άκρες με τον βουλευτή και υπουργό της εποχής τον Πολυχρόνη τον Πολυχρονίδη. Τότε ήταν που προσπαθούσε να βάλει τον γιο του και κάποια άλλα παιδιά από τα τριγύρω χωριά του Αποκορώνου που είχανε τελειώσει το δημοτικό τουλάχιστον, στην Χωροφυλακή και την Πυροσβεστική που ζητούσανε προσωπικό. 

Όσοι κρίνονταν πως ξέρανε να «δώσουνε του γαιδάρου άχερα» πηγαίνανε στην Πυροσβεστική, οι υπόλοιποι στην Χωροφυλακή. Αυτό γιατί όπως λέγανε περιπαιχτικά, μια φωτιά που θα άναβε κάπου έπρεπε οπωσδήποτε να σβήσει πριν κάνει μεγάλη ζημιά, ενώ ένας κλέφτης που θα έμενε ασύλληπτος μια φορά, δεν αποτελούσε και τόσο κακό.

Τα κατάφερε εντέλει ο επαρχιώτης κομματάρχης κι έτσι κάποιοι «τυχεροί» νεαροί από το Νιο χωριό και τα γύρω χωριά βρέθηκαν στην Πυροσβεστική, ενώ στην Χωροφυλακή ο Γεράσιμος και ο Γιώργος ο μικρότερος αδερφός του Σταύρου. Που στην κατοχή ήταν πολύ μικρός και εν τω μεταξύ στα χρόνια που πέρασαν μέχρι τώρα, είχε γίνει έναν νεαρός άντρας που κόντευε τα δυο μέτρα, αποτέλεσμα της περίσσιας φροντίδας της μάνας τους προς το στερνοπαίδι της τα επόμενα ελεύθερα χρόνια, που κόντεψε να παθάνει από την πείνα και το κρύο στην ορεινή Ραμνή τότε. 

Ήθελε κι αυτός μαθές να φύγει από το χωριό μετά που γύρισε απολυμένος από την στρατιωτική του θητεία κάπου στα ορεινά ης Κοζάνης, να μην περάσει την ζωή του στα χωράφια, τελικά την πέρασε στην Χίο και την Σάμο όπου και παντρεύτηκε, σαν τροχονόμος ήρεμη και χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια. Με πρώτο σταθμό την Ρόδο, όπου ήταν η σχολή της Χωροφυλακής που πρωτοπήγανε για εκπαίδευση...

Τώρα που είχανε το νόμο με το μέρος τους, όλοι οι παραπάνω συγγενείς και οι λοιποί χωριανοί μαζί, κυνήγησαν τον Τσούρδο που του είχανε πολλά μαζεμένα για όλα τα χρόνια που ζούσε. Με πολλές ελαφρές και βαριές κατηγορίες φορτώθηκε (από κλεφτοκοτάς κατ' επανάληψη, καταδότης των Γερμανών, αυτόκλητος ρουφιάνος, καταπατητής χωραφιών ξενιτεμένων, καβγατζής, μέχρι τον αναίτιο ξυλοδαρμό και την απόπειρα ανθρωποκτονίας πρόσφατα) συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια «αυστηρά φυλάκιση». Κατά συγχώνευση, όπως είπαν οι δικαστές στο τέλος της δίκης.

Μα δεν τον ξεφορτώθηκαν από το σόι του Σταύρου ακόμη...



Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 24

Στο μεταξύ πίσω στο χωριό, ο Τσούρδος έδωσε συνέχεια στον παλιό ξυλοδαρμό του. Αφού όμως δεν θα κατάφερνε με τίποτα να δείρει τον Σταύρο, πήγε κι έδειρε απρόκλητα έναν ξάδερφο του, τον Γεράσιμο. Ακόμη έστησε μποσκάδα μια νύχτα, για να σκοτώσει τον καλύτερο φίλο του Σταύρου, τον Μανώλη τον Πάπιτσο. 

Είχε σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο απέναντι από το σπίτι της αδερφής του Μανώλη κάποιο σκοτεινό βράδυ με τον τσιφτέ στα χέρια και περίμενε καρτερικά με υπομονή μουλαρίσια, κουρνιασμένος ακίνητος πάνω σε ένα πυκνόφυλλο κλαδί. Ο Μανώλης ήρθε για να φάει, κάθισε δε στο τραπέζι με την πλάτη του προς το μέρος που είχε κρυφτεί ο άλλος και δεν τον έβλεπε. 

Ο Τσούρδος πυροβόλησε κάποια στιγμή, που έτυχε να σκύψει ο Μανώλης για να βάλει μια μεγάλη μπουκιά στο στόμα του, η σφαίρα πέρασε λίγο πάνω από το κεφάλι του και καρφώθηκε στον τοίχο απέναντι. Πετάχτηκε πάνω ο Μανώλης και πόρισε όξω με το δικό του πιστόλι που είχε τραβήξει αμέσως καθώς το είχε πάντα μαζί του, το αμερικάνικο, το δώρο του φίλου του. 

Πυροβόλησε κι αυτός στο σκοτάδι μερικές σφαίρες μα δεν βρήκε στόχο, ο Τσούρδος πρόλαβε και κατέβηκε από το δέντρο με ένα σάλτο (πιο πολύ από τον φόβο του) κι εξαφανίστηκε γλακώντας γρήγορα στο σκοτάδι, με τις φωνές του Μανώλη να αντηχούνε στα αυτιά του:

-    Κάτσε μωρέ άτιμε, να δεις πως πολεμούνε οι άντρες!!!

Δεν θα τη γλίτωνε όμως έτσι απλά αυτή τη φορά...


Σύντομα η συνέχεια...

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 23

Της έφερνε κι αυτός πότε - πότε κάποια δώρα που του ζητούσε, μια κι αυτή δεν έβγαινε συχνά έξω, δεν επιτρεπόταν στις αυστηρώς επιβλεπόμενες μαθήτριες της Γαλλικής σχολής οι άσκοπες βόλτες. Τον καθοδηγούσε μέσα από τα κάγκελα αυτή κι απέξω αυτός, να μαθαίνει τα κατατόπια και τα σημεία εκείνα που δεν ήξερε, να πηγαίνει στην πόλη και να της φέρνει πότε παγωτό από τον «Ευσταθίου», πότε αμυγδαλωτά από τον «Ταμπακόπουλο» και πότε μπουγάτσα από τον «Ιορδάνη», τρία από τα πιο αγαπημένα της Χανιώτικα εδέσματα. Οι τυρόπιτες και τα παγωτά του «Κλάρα» υπήρχανε και στο κυλικείο της Γαλλικής σχολής.

Βγήκαν μια βόλτα αργότερα οι δυο τους ένα σούρουπο, μα βόλτα όμως κοντινή και εντός των ορίων της περιοχής, πήγαν ως το λιμανάκι της Αγίας Κυριακής στην άκρη της κατοικημένης Χαλέπας. Ερημικό μέρος τότε, χωρίς σπίτια με αδιάκριτα βλέμματα πίσω από μισόκλειστες κουρτίνες, ένα πολύ μικρό λιμανάκι με λίγες ψαρόβαρκες, μερικά πιο απόμερα εργαστήρια των Ταμπακαριών κι ένα εκκλησάκι ήταν μόνο, που μάζευε αξιόλογο πλήθος κόσμου μοναχά δυο φορές τον χρόνο. Στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής τον Ιούλη τη μια και την μέρα της Καθαρά Δευτέρας, που πήγαιναν και γιόρταζαν τα κούλουμα οι παλαιοί Χανιώτες, την άλλη.

Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου αποτελούσε απαγορευμένο τόπο για τα καθώς πρέπει κορίτσια των καλών οικογενειών, μα η Τασία με τη παρέα του Σταύρου «της» θα πήγαινε οπουδήποτε. Την σαγήνευε τόσο αυτός ο άντρας, αδρός κι αρρενωπός από τη μια, μα τρυφερός και γλυκός από την άλλη. Πως την αγκάλιαζε τρυφερά όταν φώλιαζε στην αγκαλιά του εκείνη, πως έγερνε και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του και μετά χαμηλότερα στο πλατύ τριχωτό στήθος του να νοιώθει σιγουριά, πόσο απαλά ήταν τα μαλλιά της στο πρόσωπο του, πως την σήκωνε με τα χέρια του ψηλά, αν και ήταν λίγο ψηλότερη του στο μπόι, ανάλαφρα για κείνον τα 45 μόλις κιλά της, το πρώτο τους φιλί και ο έρωτας γεννιέται, όπως ήταν φυσικό...

Την συνάρπασε όταν της είπε πως ήταν βετεράνος του πολέμου της Κορέας και πως βρέθηκε εκεί ως εθελοντής για να βγει νωρίτερα από την φυλακή. Της είπε μερικές κουβέντες στα Αγγλικά, τις μόνες που είχε καταφέρει να μάθει. Του μίλησε εκείνη Γαλλικά που ήξερε καλά. Της είπε ακόμη πολλά για το χωριό, την οικογένεια του και τη ζωή τους εκεί από όταν ήταν παιδί, ώσπου να έρθει να μείνει και να δουλέψει στα Χανιά, όπου μια μέρα την συνάντησε και γνωρίστηκαν.

Όποτε πληρωνόταν κάθε μήνα, την πήγαινε με κούρσα στη «Νυχτερίδα» την φημισμένη ταβέρνα του Μαστορίδη στις Κορακιές. Για ρομαντικό δείπνο στον κήπο της, κάτω από τα αστέρια και με πανοραμική θέα όλη την πόλη των Χανίων, να απλώνεται φωτισμένη τις νύχτες πέρα από τα πόδια τους. Δείπνο που τελείωνε κάθε φορά με χειροποίητα γλυκά και σπιτική τσικουδιά, προσφορά των ιδιοκτητών στους πελάτες τους, ήξεραν να τρώνε καλά όσοι ανηφόριζαν ως εκεί και φρόντιζαν οι ιδιοκτήτες που ήξεραν καλά τις επιθυμίες των πελατών τους, πολλοί εκ των οποίων διάσημοι κι επιφανείς την εποχή τους κι όχι μόνο από τα Χανιά.


Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 22


Όταν έπιασε δουλειά ο Σταύρος στα Ταμπακαριά, έπρεπε να περνά είτε μπροστά είτε από πίσω από το κτίριο της σχολής, για να πηγαίνει και να φεύγει από τη δουλειά ή όπου αλλού τον έστελναν τα αφεντικά. Τραβούσε τα βλέμματα πολλών κοριτσιών του γυμνασίου που ποδάριαζαν στα μαύρα κάγκελα στα διαλλείματα και πείραζαν τους περαστικούς, όσους τους τραβούσαν το ενδιαφέρον τουλάχιστον.

Ήταν ακόμη νέος καλοκαμωμένος, ευθυτενής, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά και το μουστάκι που διατήρησε για πολλά χρόνια, το καλό παράστημα που πρόδιδε σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Έβαζε το κλωναράκι τον βασιλικό στο αυτί όταν εύρισκε γλάστρα βολική να το κόψει και το μαντήλι προσεκτικά διπλωμένο κάτω από τον γιακά του πουκαμίσου, να μην λερώνεται από τον καφά του και να θέλει συχνά πλύσιμο, πουκάμισο που άφηνε πάντα τα δυο τελευταία κουμπιά του ανοιχτά κι ακούμπωτα να φαίνεται το αντρίκιο φαρδύ τριχωτό στήθος με τον χρυσό βαφτιστικό του σταυρό, που όλη του τη ζωή φορούσε κατάστηθα.

Μια μέρα, ένα από τα κορίτσια του πέταξε ένα μπαλάκι καμωμένο από γιασεμιά δεμένα πολλά μαζί με κλωστή, συνηθισμένο τότε να το φτιάχνουν τα κορίτσια και να το κρατούν μαζί τους μέχρι να μαραθεί. Τούτο ήταν ολόφρεσκο, ευωδιαστό ακόμη και πρόλαβε να το πιάσει στο αέρα, με ευκινησία κι ένα χαμόγελο που αμέσως του ανταπόδωσε πρόσχαρα και κείνη. Ήταν μια πολύ λεπτή και ψηλή κοπέλα με μαύρα κοντά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Την ξανάδε λίγες μέρες αργότερα, ένα πρωί που δούλευε έξω, να τον κοιτά από ψηλά, από τον πίσω μαντρότοιχο της σχολής που είχε θέα κάτω, στα εργαστήρια. Μόνη αυτή τη φορά, χωρίς τις φίλες της και τον χαβαλέ τους. 

Του μίλησε πρώτη. Τον χαιρέτησε, του είπε πως το όνομα της ήταν Τασία, ήταν μοναχοκόρη μιας εύπορης οικογένειας που έμενε σε ένα ιδιόκτητο σπίτι με αυλή, που βρίσκονταν λίγο παραπάνω στο κάθετο δρόμο.Τον ρώτησε το δικό του όνομα, πόσο καιρό δούλευε εκεί και από που ήρθε, αφού λίγο καιρό τον έβλεπε στην περιοχή που γεννήθηκε και μεγάλωσε και την ήξερε καλά. Του πρότεινε να τα πούνε πάλι αύριο, στο ίδιο σημείο πίσω, θα του έφερνε κι άλλο μπαλάκι από γιασεμί που θα έφτιαχνε, με άνθη από το μεγάλο τέτοιο φυτό που φύτρωνε στην αυλή του σπιτιού τους, όπως και σε όλα σχεδόν τα σπίτια στα Χανιά, πόλη των γιασεμιών τα λέγανε κείνη την εποχή. Από κείνη τη μέρα, πάντα εύρισκαν μια ευκαιρία να τα λένε στα κρυφά οι δυο τους, που πολύ γρήγορα έφτασαν να συναντιούνται καθημερινά.


Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 21

Για να φύγει στο εξωτερικό ούτε λόγος, δεν ήξερε καμιά ξένη γλώσσα επαρκώς πέρα από μερικές λέξεις στα Αμερικάνικα που έμαθε στη Κορέα, που δεν θα του χρησίμευαν και πουθενά. Εργάτης θα ήταν όπου κι αν πήγαινε. Η Αμερική έπεφτε πολύ μακριά για κείνον, τους Γερμανούς τους είχε γνωρίσει εδώ στην κατοχή, είχε φάει κι έναν τους, δεν θα δούλευε τώρα που ήταν ελεύθερος για δαύτους. Έβλεπε κάποιους άλλους να τολμούνε να πάνε ως την Γερμανία ή το Βέλγιο, μα εργάτες πηγαίνανε, εργάτες γυρίζανε πίσω και σακατεμένοι κάποιοι, με ένα μικρό κομπόδεμα σε μάρκα στην μπάντα και μια παλιά σαπισμένη BMW ή Μερσεντές που βρήκαν σε μια Γερμανική μάντρα σε τιμή ευκαιρίας, να θαμπώσουν τους χωριανούς τους όταν την άραζαν στην πλατεία και πράμα παραπάνω. Και το Ελληνικό κλίμα, το φως, η βλάστηση και τα καθαρά νερά, δεν αλλάζονται με τίποτα, κατά τον Σταύρο.

Μέσω κάποιων γνωριμιών από τον πόλεμο της Κορέας, απόστρατους που μένανε και γνωρίζανε πρόσωπα και πράγματα στα Χανιά, βρήκε εύκολα δουλειά ως εργάτης στα Ταμπακαριά, την περιοχή ανατολικά της πόλης δίπλα στην θάλασσα. Όπου πολλά μικρά οικογενειακά κυρίως εργαστήρια βυρσοδεψίας επεξεργάζονταν τα δέρματα που έβγαιναν ξέχωρα από τα σφάγια των μεγάλων ζώων κι έφτιαχναν με τα χέρια κυριολεκτικά όλων των ειδών τα πετσιά για τους τσαγκάρηδες. Και οι δυο αυτές σχεδόν ξεχασμένες και «βρώμικες» σήμερα δουλειές βρισκόταν στην πλήρη ακμή τους κείνα τα χρόνια.

Περιοχή που βρισκόταν κάτω από την αριστοκρατική ακόμη τότε συνοικία της Χαλέπας, με τα παλαιά προξενεία των Μεγάλων Δυνάμεων της Κρητικής Πολιτείας, τις βίλες των επώνυμων ξένων που αγάπησαν τα Χανιά και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα εδώ, τα αντικριστά σπίτια του Βενιζέλου και του Πρίγκιπα Αρμοστή, τις κάμποσες εκκλησίες, τα αρχοντικά των πολιτικών της τότε εποχής και των πλούσιων νοικοκυραίων των Χανίων, τα πολλά λουλούδια σε κήπους και αυλές και την περίφημη Γαλλική σχολή θηλέων, των Καλογραιών του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ.

Ένα επιβλητικό, ευρύχωρο και άνετο κτίριο, περιτριγυρισμένο από ψηλό και καλοχτισμένο μαντρότοιχο, με περιποιημένο χώρο όχι και λίγων στρεμμάτων. Συνόρευε με τον δρόμο των βυρσοδεψείων από τη βόρεια του πλευρά και με τον κεντρικό δρόμο της Χαλέπας από τη νότια. Στη Σχολή που κείνα τα χρόνια ήταν και γυμνάσιο θηλέων, διδάχθηκαν τη διεθνή τότε Γαλλική γλώσσα, πολλές γενεές κοριτσιών των καλύτερων οικογενειών της πόλης...


Σύντομα η συνέχεια...