Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΗΨΟΥΛΑ...

Στα παγκάκια σε κεντρική πλατεία - πέρασμα της πόλης καθότανε ο Βασίλης, μαζί με μερικούς γέρους που αράζανε εκεί καθημερινά για ώρες, πρωί κι απόγευμα...

Σε μια στιγμή περνά μια ωραία νέα κοπέλα, που φάνηκε γνωστή του Βασίλη, πλησιάζοντας ακόμη περισσότερο αντιλήφτηκε πως ήταν η ανηψιά του από το χωριό που δεν βλεπότανε δα και τόσο συχνά...

Η κοπέλα φτάνοντας στα παγκάκια χαιρέτησε και μίλησε με τους γέρους, μα δεν έβγαλε μιλιά στον θείο της που πρέπει να τον γνώρισε κι αυτή...

- Ποια είναι αυτή η όμορφη που την ξέρετε όλοι; ρώτησε τους άλλους όταν απομακρύνθηκε η κοπέλα.

- Καλά, εσύ δεν κάθεσαι συχνά εδώ και δεν ξέρεις...Μεγάλη πουτάνα η μικρή, κάνει βίζιτες με διαλεγμένους γενναιόδωρους κι εχέμυθους πελάτες κάποιας ηλικίας και οικονομικής κατάστασης...

- Έτσι, έ; και την έχετε πάρει όλοι και σας γνωρίζει καλά, έ...

- Όποτε μπορούμε τη βοηθάμε οικονομικά, μα παίρνει αρκετά. Εμένα που είμαι συνταξιούχος του ΟΓΑ μου φεύγει η μισή σύνταξη στο τάκα - τάκα. Άμα όμως έχεις λεφτά θέλει περισσότερα, να ο απατεώνας που έχει το μαγαζί με τα καλλυντικά εκεί πίσω και βγάνει 10.000 ευρώ τη μέρα, δίνει ως και 500 ευρώ να τη πάρει για ένα βράδυ...

Τι άκουγε ο Βασίλης εκεί που κάθισε λιγάκι να ξαποστάσει στην πλατεία ένα σούρουπο. Η μικρή κι όμορφη ανηψούλα του πασίγνωστη πουτάνα και να τη ξέρουν όλοι με λεπτομέρειες κι αυτός και οι δικοί της νόμιζαν πως δούλευε υπάλληλος στο μαγαζί με τα καλλυντικά.

Δούλευε δηλαδή εκεί μερικά χρόνια τώρα, μα μέσα στα αρώματα, τις βαφές μαλλιών και τα λοιπά αξεσουάρ μόδας, είδε πως μπορούσε να κάνει και να κερδίζει περισσότερα κι έτσι άρχισε με τους γέρους που την κοίταζαν λαίμαργα όταν καθάριζε τα τζάμια έξω...

Αποδείχτηκαν πρόθυμοι να πληρώσουν κάτι για να έχουν το κάτι παραπάνω που λιγουρεύονταν, δεν είχε και τίποτα να χάσει με γέρους που τέλειωναν αμέσως με λίγο τρίψιμο, κανείς δεν ξέρει με πόσους το έκανε και για πόσα, μα απόκτησε λίαν συντόμως ένα κουκλίστικο ολοκαίνουριο αμάξι να πηγαινοέρχεται στον Βατόλακο αντί να κυνηγά τα λεωφορεία ή ν' αγγαρεύει τον πατέρα της να την φέρνει στη δουλειά όπως παλαιότερα.

Που νόμιζε ο αφελής πως η κόρη του, απόφοιτος ΤΕΕ αισθητικής έπαιρνε τόσο καλό μισθό και φρόντιζε την αδελφή της που σπούδαζε στην Θεσσαλονίκη και τον αδελφό της που ήταν στρατιώτης τώρα και μερικούς μήνες...

Ενώ αυτός έβλεπε τα πορτοκάλια του στα δέντρα να σαπίζουνε απούλητα και το λάδι του να μην έχει αξία, αυτή πλούτιζε κάνοντας μερικά ραντεβού εδώ κι εκεί...

Και η μάνα της που καθάριζε καμπινέδες σε ένα ξενοδοχείο κι έστρωνε τα κρεβάτια για να κερδίσει ένα μεροκάματο με ιδρώτα, όπως της έμαθαν οι δικοί της από το σπίτι της κι έλιωσε μια ζωή στη βιοπάλη, πότε στη δουλειά και πότε στα χωράφια μα λεφτά δεν χόρτασε...

Δεν θα τους έλεγε τίποτα ο Βασίλης, θα τους άφηνε στον κόσμο τους αμέριμνους, μα θα επωφελούνταν με την ανηψούλα του. Εδώ την χρησιμοποιούσαν όλοι οι πορνόγεροι της πόλης που τη σύστηναν μεταξύ τους να τους την τρίβει για λίγα λεπτά και αυτός δεν έπαιρνε χαμπάρι...

Που εδώ που τα λέμε ήταν και νέα, μόλις πέρασε τα 21 και όμορφη με τις μπούκλες της τις ξανθές και πονηρή να κρατήσει ένα μυστικό μεταξύ τους...

Καλύτερα να πάρει εκείνη τα λεφτά να μείνουν στην οικογένεια, παρά κάποιες αραπίνες που γούσταρε επίσης, εκείνη η Βουλγάρα που περνούσε από την ίδια πλατεία τα βράδια, η Βίκυ από το outlet που ψοφά για λεφτά και λούσα, η Στέλλα στο μπιστρώ που γονατίζουν μπροστά της εκλεγμένοι αυτοδιοικητικοί σύμβουλοι και χειροφιλούν μπροστά σε όλους για την εύνοια της, η μικρή τσιγγάνα που του πρότεινε να πάνε κάπου ήσυχα μαζί, ή η μικροσκοπική Φιλιππινέζα που καθάριζε το σπίτι του μια φορά την εβδομάδα, υπήρχαν πολλές και διάφορες που έκαναν το ίδιο για κάποια φράγκα παραπάνω σε καιρό φτώχειας...

Που είχανε ότι ακριβώς και η Τζούλια, μα δεν είχαν την τύχη της να ζητούν και να λαμβάνουν χιλιάρικα για να πηδιούνται με εφοπλιστές ή σκατάδες γιούς άχρηστων πολιτικάντηδων...

Τι είχαν να ντραπούν άλλωστε, τι θα πουν στο χωριό μερικοί αγαμίες κατσικοκλέφτες, ή οι γράδες τα λαδικά που πλέκουν μαζεμένες στο σκιανιό και παρακολουθούν τα πάντα τριγύρω τους, αποκαλώντας "πουτάνα" όποια τύχαινε να δούν έξω μετά τις 10.00μμ και η μόνη τους ερωτική ζωή ήταν όταν γαστρώθηκαν για να τεκνοποιήσουν, ίδια όπως τα ζωντόβολα.

Τι να τους λογαριάζουν όλους αυτούς/ες τους ξοφλημένους και να μην επωφεληθεί τώρα που η ανηψούλα ήταν νέα, όμορφη κι επιθυμητή, αργότερα όταν μεγάλωνε και σαβούρευε κάποιος μαλακομπακούρης και "καλό παιδί" θα βρισκόταν να τη ζητούσε σε γάμο κανονικά και θα της κουβαλούσε τα πάντα στο σπιτικό που θα της έφτιαχνε, ακόμη και ξοφλημένες πουτάνες από παλαιά μπουρδέλα παντρεύτηκαν και νοικοκυρεύτηκαν με ανέραστους που δεν θα έβαζαν αλλιώς γυναίκα στο κρεββάτι τους, η δική τους θα απόμενε ρέστη;

Τώρα όμως είναι διαθέσιμη στον καθένα σε προσιτή τιμή κι όποιος προλάβει την έχει.
Έτσι έγινε και περάσανε κάποιες στιγμές μαζί θείος κι ανηψούλα. Δεν είπανε ποτέ ούτε πως ούτε γιατί συνέβηκε...

Ούτε θα βρεθεί κανείς να επιβεβαιώσει αν του τραγουδούσε στο αυτί εκείνο το:

Κάνε θείε τη δουλειά σου
μα εγώ θάμαι πάλι ανηψιά σου

σαν προκαταρκτικό!

Δεν υπάρχουν σχόλια: