Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Ο ΤΖΟΥΓΚΡΟΣ...


Η ωραιότερη κοπελιά του χωριού της ήτανε. Ψηλή και κοκκινομάλλα με γαλάζια μάτια, σπάνια μορφή για τα δεδομένα της περιοχής, από τα 13 της άναβε τους άντρες και προκαλούσε φαντασιώσεις στο πέρασμα της...

Καλλιεργούσε κι αυτή τις φαντασιώσεις των νεαρών, ιδίως αυτουνού που δούλευε κάτω από το πατρικό της σπίτι, όταν ανεβαίνοντας την σκάλα του έδειχνε τι χρώμα βρακάκι φορούσε, κάθε φορά και διαφορετικό αφού άλλαζε 3 φορές τη μέρα, πότε άσπρο, πότε μαύρο, πότε κόκκινο...

Και πόσο μεγάλωσαν τα βυζιά της τελευταία του έδειχνε όποτε της ζητούσε, μα όταν ξεθαρρεμένος της ζήτησε να ενδώσει μαζί του ένα βράδυ για περισσότερα, του είπε ξεκάθαρα:

- Με σένα ρε θα πάω,που είσαι κοντός, χοντρός και βοηθός σε ξυλουργείο; βλέπε ότι σου δείχνω να χορταίνεις, μα δεν είμαι εγώ για σένα, εγώ είμαι ωραία...

Ωραία και ξεχώριζε στα πανηγύρια, ένας άλλος τολμηρότερος από ψηλότερο όμως κι ορεινό χωριό αυτός, ήθελε να την ζητήσει σε γάμο. Πλησίασε την μάνα της και της απαριθμούσε ότι μετρούσαν οι γύρω του χωριάτες ως παράγοντα επιτυχίας: Τόσα λιόδεντρα έχω φυτέψει, τόσους τόνους λάδι μου βγάζουν τον χρόνο, τόσα κιλά κρασί κάνει το αμπέλι μου, χώρια τα πρόβατα, τα κουνέλια, οι όρθες, ο κήπος με τα λαχανικά, πήρα κι αυτοκίνητο 4χ4, θα χτίσω και το σπίτι που μου άφησε κληρονομιά ο παππούς μου, θέλω την κόρη σου για γυναίκα μου, αρχόντισσα στο χωριό μου θάναι...

Πράγματα που συγκινούσαν την γριά, μα καθόλου τη νέα που απέρριψε ασυζητητί τον επίδοξο γαμπρό και νοικοκύρη άνθρωπο που καταγόταν από μικρό ορεινό χωριό όμως...

- Άσε με ρε μάνα να χαρείς...που θα πάρω τέτοιον τζούγκρο, να περάσω την ζωή μου στρώνοντας ανάπλες στα λιόδεντρα του, ή να του βοηθώ να σκάβει τα κρομμύδια...Να φύγω από το χωριό μας που είναι στον αφρό της θάλασσας για να πάω στο δικό του, να την βλέπω με τα κυάλια και να θέλω μιάμιση ώρα δρόμο για να πάω να ψωνίσω ότι θέλω από ένα μαγαζί...

Και του το ξέκοψε κατάμουτρα με τρόπο που δεν έκρυβε την απέχθεια της:

- Είσαι χωριάταρος ρέ, δεν είμαι για τα δόντια σου, εγώ είμαι ωραία και μπορώ να πάρω ακόμη και δημόσιο υπάλληλο!

Δεν θα την πάθαινε αυτή σαν την άλλη νεόνυμφη που γεννημένη και μεγαλωμένη σε χωριό ανάμεσα στα δυο προηγούμενα, χωρίς πολλές επιλογές στην ζωή της πέρα από ένα επιτυχημένο προξενιό, παντρεύτηκε ένα φιλότιμο μεν παιδί μα τζούγκρος κι αυτός σαν τον άλλο, πήγε νύφη στο ορεινό χωριό στο σπίτι που της έχτισε κι επίπλωσε, μα τώρα περνούσε τις μέρες της με τα 4 παιδιά που κάνανε, στην κουζίνα για το φαί και καθαρίζοντας ολημερίς ύστερα το σπίτι ή σκαλίζοντας για ώρες τον κήπο, μην έχοντας τι άλλο να κάνει...

Το να πάρει δημόσιο υπάλληλο με σίγουρο μισθό και κάποια μόρφωση, ήταν απωθημένο που είχανε πολλές, να ξεφύγουνε από τα χωράφια και την σκληρή χειρονακτική εργασία, χωρίς πολλά μηχανήματα τότε...

Στην περίπτωση της είχε μια ευκαιρία να γνωρίσει ένα τέτοιο και με στολή μάλιστα, που της προξένεψε μια άλλη φορά ένας θείος της, καραβανάς της αεροπορίας της είπε πως ήταν, αποσπασμένος σε μια βουνοκορφή να συντηρεί ένα radar, πολύ μακριά από την κύρια μονάδα του.

Σαν τον είδε τον αναμαζωξιάρη από την Στερεά Ελλάδα, κοντό, μαυριδερό κι άσχημο φτωχόπαιδο που βρήκε διέξοδο σαν μόνιμος καραβανάς κάποτε και κατέληξε εδώ πέρα και λογαριάζοντας σωστά πως ο δικός της ποτέ δεν θα γινόταν υψηλόβαθμος αξιωματικός ούτε διοικητής σε μονάδα σαν κατσαβιδάς που ήταν, τον έκανε πέρα κι αυτόν.

- Με τέτοιο σουλούπι γύφτισσα του πρέπει, εγώ μπορώ να χτυπήσω ως και γιατρό...
Αν ήταν σε πόλη ή στην Αθήνα βέβαια, δεν θα δυσκολευόταν να πλευρίσει κάποιο μαζεμένο γιατρουδάκι, να του δείξει ή να του προσφέρει ακόμη αυτό που έδειχνε και στους άλλους και να το έχει του χεριού της μετά, γινόμενη "σύζυγος ιατρού" και ξεχνώντας το όνομα του, καλή ώρα όπως το "ο γιατρός δεν δέχεται τώρα επισκέψεις" αντί γα το ορθότερο "ο άντρας μου κοιμάται το μεσημέρι" που άκουγαν οι κοινοί θνητοί όταν ενοχλούσαν τον επιστήμονα σε ακατάλληλες ώρες...

Γιατρό δεν μπόρεσε να πάρει αφού στο χωριό τον έβλεπε από κοντά μόνο σε ώρα ανάγκης και τύχαινε πάντα μεγάλος και παντρεμένος με καλή προίκα, μα βρέθηκε και ο άντρας που την συνάρπασε κι έγινε δική του...

Με κάποιους μικρούς συμβιβασμούς από την πλευρά της, αφού γιατρός δεν ήταν, πτυχιούχος της Ανωτάτης Εμπορικής όμως ήταν, χωράφια και περιουσία αρκετά είχε για να καλαρέσει και στην μάνα της, μα έβαζε άλλους να τα καλλιεργούνε σιμισιακά, από κοντινό χωριό καταγόταν για να έχουν κάτι κοινό μα δεν ήταν τελείως τζούγκρος σαν τους άλλους, καθότι αρκετά καλλιεργημένος κι έξυπνος να συζητήσει κάποιο θέμα όταν τους καλούσαν κάπου και με φινέτσα να διαλέξει ένα καθώς πρέπει κουστούμι για "καλό του" ώστε να μην πηγαίνει μαυροντυμένος και με τα ίδια άρβυλα που φορεί και στο χωράφι όπως ο πρώτος επίδοξος γαμπρός.

Ασχολούνταν δε και με τα κοινά, ως και δημοτικός σύμβουλος εκλεγόταν για δυο τετραετίες σε Καποδιστριακό δήμο, να καμαρώνει η ωραία του χωριού...

Που την αγαπούσε πραγματικά την γυναίκα του, ώστε να την συγχωρήσει και να την περιμένει υπομονετικά για μερικούς μήνες όταν τόσκασε με έναν καλοσκαρωμένο μπάτσο (άλλος μόνιμος δημόσιος υπάλληλος κι αυτός) που υπηρετούσε εκεί, μιας και "δεν έκανε καλά το νινί τζη" όπως απολογιόταν η μάνα της κατά την απουσία της...

Κι άλλες είχανε κι έχουνε περιπέτειες, που μείνανε αφανείς και μας ξενερώνουν τώρα τα media με το μπουκάλι της Τζούλιας!

Λίγους μήνες έλλειψε από την μόνιμη από τότε και μετά συζυγική τους εστία που την αυγατίσανε με 2 παιδιά, όσο διάστημα δηλαδή χρειάστηκε για να φάνε σε γλέντια και ταξίδια με τον λεβέντη ερωτοχτυπημένο μπάτσο το κομπόδεμα που μάζευε κι αυτός για να χτίσει το σπίτι του, κάτι που άφησε στην άκρη για μελλοντικούς χρόνους κι έσοδα, όταν την άκουγε αυτούς τους μήνες να του λέει:

- Τώρα που έχεις εμένα δίπλα σου, τι τα θες τα ντουβάρια;

Δεν υπάρχουν σχόλια: