Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...


Τα χρόνια που είχαν επαναστατήσει μερικοί συνταγματάρχες και προσπαθούσανε ματαίως να επιβάλουν τάξη και πειθαρχεία στον λαό, δεν καλάρεσε σε κανέναν...

Με όποιο τρόπο έβρισκαν παρέβαιναν "τας υποδείξεις" που έβγαιναν πληθώρα με την μορφή "αποφασίζομεν και διατάσσομεν" ακόμη και για τα πιο απλά θέματα τάξεως και συμπεριφοράς. Έτσι πολλοί ανύποπτοι πολίτες ιδίως της υπαίθρου βρίσκονταν ξαφνικά παραβάτες κάποιας διαταγής που δεν ήξεραν πως "απεφασίσθη" και ως εκ τούτου κυνηγημένοι από τους μπάτσους...

Ένας τέτοιος που ξαφνικά βρέθηκε παρανομούντας και διωκόμενος, ήρθε ένα βράδυ στο σπίτι, όταν πρέπει νάμουνα 4 χρονών. Κοιμόμασταν νωρίς οικογενειακώς αφού ο γέρος μου ήταν εργάτης και σηκωνόταν κάθε μέρα πολύ νωρίς. Ο φυγάς θάπρεπε νάφτασε στην αυλή μας γύρω στις 10.30μμ, δεν γνώριζα την ώρα τότε...Μην βλέποντας φώτα και ξέροντας πως δεν πηγαίναμε πουθενά, κατάλαβε πως κοιμόμασταν. Μ' ένα μακρύ ξύλο από τα ντεμπλιά που χρησιμοποιούσαν όταν μάζευαν ελιές και υπήρχανε μερικά έξω ακουμπισμένα στην γωνία του τοίχου, χαρχάλεψε μερικές φορές το ξύλινο παράθυρο στο δωμάτιο των γονιών, στο παλιό διώροφο σπίτι μας...

Ξύπνησε ο γέρος μου με τον επαναλαμβανόμενο τσάλαχο, αναγνώρισε τον παλιό του γνωστό που του εξήγησε τον λόγο που ήρθε από το χωριό του νυχτιάτικα, κατέβηκε και τον έβαλε μέσα...Ξύπνησε όμως και ο γείτονας που νοίκιαζε το απέναντι σπίτι, κλασσικός μπάτσος του παλιού καιρού, από κείνους που τους παίρνανε στην Χωροφυλακή για να φάνε ένα κομμάτι ψωμί, σαν ολότελα αγράμματος κι ανίκανος να το βγάλει από κάπου αλλού. Κοίταζε να κάνει "το καθήκον του" για να τα έχει καλά με τη υπηρεσία του, μην τον διώξουν όπως φοβότανε...

Θεώρησε καλό να προβάλλει πάραυτα στο παράθυρο του και να μας βάλει πόστα:

- Τι κάνεις εκεί; Θα κρύψεις φυγάδα; Ετούτος εδώ είναι εχθρός του λαού! Θέλεις τώρα να ειδοποιήσω την υπηρεσία να έρθουν να σας συλλάβουν και τους δυό; Τόξερα πως εσείς οι εργάτες είσαστε κουμούνια, ταραξίες, τώρα θα σας δείξω εγώ τι θα πάθετε...

Κι έκανε να μπεί μέσα από το παράθυρο να κάνει το καθήκον του όπως του είχανε πεί από την υπηρεσία, να παρακολουθεί τους πάντες παντού και ν' αναφέρει αν πέσουν στην αντίληψη του ύποπτες κινήσεις...

Ο γέρος μου πρέπει να θύμωσε και να οργίστηκε πολύ με τον κόπανο μπάτσο που παρέμβηκε ακάλεστος, πιο πολύ νομίζω πειράχτηκε πως τους είπε "κουμούνια" αφού το μόνο καλό στην φτώχεια τους ήταν πως δεν έπεσαν ποτέ στον κομμουνισμό, όπου πληρωμένοι "καθοδηγητές" θα τους έβαζαν να κολλούν αφίσες και να κάνουν ταραχές στους δρόμους για δικά τους σχέδια, χωρίς όμως ν' αλλάζει τίποτα στην φτώχεια τους και την ζωή τους. Αγωνίζονταν να ζήσουν όπως - όπως με σκληρό 10ωρο μεροκάματο 60 δραχμών/μέρα, όταν η κρέμα μου Nutricia έκανε 20 δραχμές/κουτί, δεν ήταν διαθέσιμοι και για άλλον αγώνα για να αλλάξουν οι "αποφασίζοντες" χρώμα απο μαύρο (χακί τότε) σε κόκκινο. Δεν εξαρτώτανε ποτέ από κόμματα, ιδίως εκείνο, που ήταν και παράνομο τότε...

Άρπαξε από την ίδια γωνιά της αυλής μας με τα πράγματα ένα αρκετά χοντρό σίδερο από αυτά που βάζανε στις ταράτσες των οικοδομών για οπλισμό και το λύγισε με τα χέρια του κάνοντας το φουρκέτα στην αρχή και συνέχισε κάνοντας άλλες 2 στροφές. Πέταξε κάτω το στραπατσαρισμένο σίδερο που ποτέ πια δεν θα ξαναγινόταν ίσιο και είπε στον αποσβολωμένο μπάτσο που παρακολουθούσε τη σκηνή, την μοναδική φράση που αξίζει να θυμάμαι από αυτόν:

- Γιάε, αν γενείς αιτία να έχω προβλήματα εγώ, η οικογένεια μου κι ο φίλος μου, θα σου σπάσω τον λαιμό σαν το ξερό καλάμι. Θα ψοφήσεις επιτόπου χωρίς να βγάλεις άχνα κι ούτε θα σε βρούνε ποτέ. Θα σε βάλω σ' ένα μεγάλο τσουβάλι, θα το δέσω από τον μπόρο - μπόρο και θα σε βαστώ να σε πετάξω το πρωί που θα πάω στη δουλειά!

Τότε η δουλειά του ήταν να σπάζει πέτρες με τη βαριά σ' ένα νταμάρι στο Ακρωτήρι μαζί με άλλους εργάτες, που στην καρότσα του φορτηγού που τους ανέβαζαν και τους μετέφεραν στη δουλειά, κανείς τους δεν θα ρωτούσε για το τσουβάλι, ούτε νομίζω πως θα στενοχωριούνταν ιδιαίτερα αν μαθαίνανε το περιεχόμενο του. Μετά που θα το πετούσε οι κοράκοι και οι αρκάλοι δεν θ' άφηναν ίχνος από το κουφάρι σε 2 μέρες το πολύ, ακόμη και το τσουβάλι που είχε πάρει την μυρωδιά...

Αυτό ήταν! Η μαγική φράση που μας έδωσε την ησυχία μας. Ποτέ δεν ειδοποίησε την "υπηρεσία του" ο μπουνταλάς και δειλός μπάτσος. Ούτε χρειάστηκε να σύρει το κρητικό μαχαίρι του ο άλλος ο "εχθρός του λαού", μιας και κανείς τους δεν διέθετε πυροβόλα όπλα. Αποσύρθηκε μέσα και κοιμήθηκε ο μπάτσος, που τα υπόλοιπα χρόνια που έμεινε στην γειτονιά, ούτε μας ξαναμίλησε ούτε μας πείραξε...

Κοιμήθηκε στο πάτωμα και ο νυχτερινός επισκέπτης μας, στο δωμάτιο μου που είχε χώρο όπου του έστρωσε η μάνα μου. Το πρωί αφού ήπιε το γάλα του μαζί μας έφυγε, άγνωστο για πού...

Υπήρχε πάντως τότε τάξη αν και κουτσούρια όρθια οι μπάτσοι ίδiα ως σήμερα, που πήγαιναν φτωχοί να καταταγούν και χαλούσαν στην "υπηρεσία" κάνοντας τους διώκτες και τους τιμητές. Θυμάμαι έναν ακόμη , που περνούσε πεζός από τη γειτονιά χωρίς οπλισμό, απλά με τα ρούχα του και το πηλίκιο μα η παρουσία του μόνο επέβαλλε τάξη και σιωπή σε μικρούς και μεγάλους, πόσο μάλλον σε όσους σκέφτονταν να μικρο-παρανομήσουν, διαρρήξουν, κλέψουν, κλπ.

Μια χαρακτηριστική του φράση που μια μέρα είπε φωναχτά στους δρόμους, δεν ξέρω με την ευκαιρία ποιάς εκδήλωσης τότε, απευθυνόμενος γενικά σε όλους τους ανθρώπους που τον άκουγαν, ήταν:

- Σηκωθείτε από τις καρέκλες σας και πηγαίνετε στο γήπεδο, θα έχουνε γιορτή και θα ρίξουν και κανονιές, αφήστε ανοιχτά τα τζάμια των παραθύρων μην σπάσουνε, μην σας νοιάζει εγώ θα είμαι εδώ να βλέπω τα σπίτια σας...Και μετά να πάτε στην αγορά όπου θα χορέψουνε οι βρακοφόροι, θα είναι και ο Παττακός μαζί να σπάσετε πλάκα!

Φεύγανε οι γειτόνοι τότε βάζοντας τις καρέκλες τους μέσα και κλείνοντας βιαστικά πόρτες μα όχι παράθυρα, άντρες και γυναίκες υποχρεωτικά, μα έβρισκαν τα σπίτια τους άθικτα όταν επέστρεφαν, μιας και διαρρήκτες απλά δεν υπήρχαν ή δεν τολμούσαν, δεν έχει καμμιά σημασία...

Στο γήπεδο όταν καθίσαμε στην τσιμεντένια κερκίδα γινότανε κάποιο νταλαβέρι με στρατιώτες, μουσικές, δάδες με φωτιές, ασκήσεις και φορτηγά με κανόνια, θεατές αρκετοί έστω και με το ζόρι, ξεπουλούσε και κείνος ο ρουφιάνος ο Ηρακλής τα σάμαλι και τις πορτοκαλάδες του, μα δεν μου είπανε ποτέ οι γέροι μου τι είδους γιορτή ήταν αυτή, που αχνά μόνο θυμάμαι πως κρυβόμουν όταν ακούγονταν κανονιές αφού ήμουν μόνο 4 χρονών...

Ούτε ακόμη μου εξήγησαν γιατί ο γέρος μου με σήκωνε ψηλά έπειτα στην πλατεία της αγοράς, να δώ έναν κοντό φαλακρό να χοροπηδά πρώτος - πρώτος σε μια σειρά από γίγαντες ντυμένους με κρητικές φορεσιές και γύρω οι άνθρωποι να κουνάνε σημαιάκια υπό την βλοσυρή επίβλεψη πολλών μπάτσων...

Δεν υπάρχουν σχόλια: