Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ...


Με λαχτάρα περίμενε ο Νεκτάριος το Σάββατο. Είχε συμπληρώσει τη πρώτη του βδομάδα εργασίας και θα έπαιρνε τον πρώτο του μισθό, 200 δραχμές την εβδομάδα.
Καλά λεφτά για ένα 13χρονο αγόρι που μόλις το είχε βάλει ο γέρος του βοηθό σ' ένα ξυλουργείο, να μάθει την τέχνη σιγά - σιγά με τα χρόνια, αφού δεν έπαιρνε τα γράμματα και με το ζόρι ξετέλεψε πέρυσι το δημοτικό σχολείο...


Μαζί με τους υπόλοιπους μπαρακεντέδες του ξυλουργείου, στάθηκαν αργά το μεσημέρι μπροστά στον αφεντικό τους και με τη σειρά παρέλαβαν από ένα φάκελο που περιείχε τα λεφτά του καθενός, ανάλογα με τον καιρό που ήταν στο μαγαζί και το έργο που πρόσφερε στη λειτουργία του...

Ο Νεκτάριος ασχολούνταν μόνο με τη ράσπα και το λούστρο σαν αρχάριος, μέχρι να μάθει να χειρίζεται τα μηχανήματα, να μπορεί να φτιάξει μια ντολάπα ή ένα τραπέζι και να πληρωθεί καλύτερα από τον πελάτη που τα παράγγειλε...

Μα κάπου ήταν ίσος με τα υπόλοιπα παιδιά: Είχανε συμφωνήσει το απόγευμα να πάνε στις πουτάνες, πρώτη φορά για τον Νεκτάριο μα νιοστή για τ' άλλα μεγαλύτερα και ξετσανωμένα παιδιά, που λόγω φτώχειας ήταν από νωρίς στη βιοπάλη...

Μια έντονη επιθυμία που είχανε, στις αρχές της εφηβείας τους όλοι τότε, φαί είχανε στο σπίτι τους, για τα ρούχα τους δε τους ένοιαζε και τόσο, μα θέλανε ν' ανακαλύψουνε τον έρωτα, κάτι που απασχολούσε σοβαρά το μυαλό και τις συζητήσεις τους.

Επί πληρωμή βεβαίως γιατί τότε κορίτσια δεν συναντούσε κανείς εύκολα πουθενά κι αν κατάφερνε και ξεμονάχιαζε καμιά και γίνονταν αντιληπτοί, ακολουθούσε την άλλη Κυριακή ο αρραβώνας και την αποπάνω ο γάμος. Ενώ με τις πουτάνες κανένα πρόβλημα, πήγαιναν, έκαναν ότι έκαναν γρήγορα κι έφευγαν...

Τα εργαζόμενα εκείνα παιδιά είχανε λεφτά, κουραζόμενα όλη μέρα εβδομαδιαίως στο ξυλουργείο, στο μηχανουργείο, σε φούρνο άλλο, σε σιδεράδικο, τζαμάδικο, υδραυλικά, οικοδομές, χωράφια όσοι είχανε...

Μα το Σάββατο το απόγευμα και η Κυριακή όλη μέρα ήταν δικά τους, στη διάθεση τους να πάνε όπου θέλουν, να κάνουν ότι θέλουν ξοδεύοντας ένα μέρος του μισθού τους, το υπόλοιπο πήγαινε στην οικογένεια με τις ανάγκες τις και σε κάποιες αποταμιεύσεις για αργότερα...

Βράζανε νερό στον τέτζερη, απλώνανε τον μουσαμά στη σκάφη στο πλυσταριό ή στην κουζίνα, μπαίνανε μέσα ορθοί και κάνανε μπάνιο, ρίχνοντας ζεστό νερό με τον μαστραπά όπου κι όταν χρειαζότανε. Πλυνόταν με πράσινο σαπούνι της ΑΒΕΑ, τριβότανε καλά σε όλο το σώμα να φύγει η βρώμα, το ροκανίδι και η μουτζούρα ολόκληρης της εβδομάδας, ξενερίζονταν και σκουπιζόταν, αφήνανε μετά τα σώβρακα και τις φανέλες τους στη μάνα τους που ήξερε καλύτερα, ξυριζόταν όσοι είχαν αρχίσει να βγάζουν εφηβική κανούπα με την μεταλλική μηχανή του γέρου και τα astor ξυραφάκια που θέλανε προσοχή γιατί κόβανε στο παραμικρό λάθος, φτιαχνότανε κι ετοιμάζονταν για την έξοδο τους...

Μιλάμε για τη εποχή 1 - 2 χρόνια πριν παιχτεί στις μεγάλες οθόνες το "Saturday Night Fever - Greeze" με τον Τραβόλτα, να ξεσηκώσει τους μουτζουρωμένους μπαρακεντέδες ανά τον κόσμο ( κι εκείνος σε συνεργείο δούλευε και χόρευε μόνο Σαββατόβραδο), να κάνουν χρυσές δουλειές οι μπριγιαντίνες και τα μαγαζιά "νεωτερισμών" με τα στενά παντελόνια και τα μυτερά παπούτσια με τακούνια και ν' ανοίξουνε οι πρώτες ντίσκο...

Τα παιδιά που από νωρίς είχανε βγει στη δουλειά είχανε κάποια λεφτά και μπορούσανε να πάνε στις πουτάνες τακτικά, τα άλλα που πηγαίνανε στο γυμνάσιο μαζεύανε τα τάληρα από τον γέρο τους ένα - ένα να φτάσουνε το ποσόν, ή αρκούνταν στο σινεμά όπου στη σκοτεινή αίθουσα την παίζανε ομαδικώς και συντονισμένα, με νικητή όποιον τελείωνε πρώτος κι έδειχνε τη χέρα του στους άλλους να βεβαιωθούν...

Μα ο Νεκτάριος αν και μικρός διέθετε λεφτά και θα πήγαινε επιτέλους στις πουτάνες όπως και οι μεγαλύτεροι του. Συναντηθήκανε το απόγευμα και πήγανε όλοι μαζί στο μπουρδέλλο. Κάθισαν στην αίθουσα αναμονής και περιμένανε. Μια ξερακιανή γριά ρύθμιζε την κυκλοφορία, με βάση τη σειρά που έφταναν οι πελάτες, σε τρία ξεχωριστά δωμάτια με κλειστές πόρτες οι πουτάνες δούλευαν, όταν τελείωναν (μερικά λεπτά υπόθεση ήταν όλο κι όλο, ξέρανε αυτές), άνοιγε η πόρτα, έφευγε ο προηγούμενος και περνούσε ο επόμενος με την συγκατάθεση της γριάς, που ταυτόχρονα εισέπραττε και το αντίτιμο, μόνο μετρητά και πάντα πριν την είσοδο...

Όχι τίποτα γυναικάρες εντυπωσιακές όπως υπάρχουνε κάποιες σούπερ-μοντέλες σήμερα που έρχονται κατ' οίκον, συνηθισμένες ήταν οι περισσότερες και σαβουρόγριες κάποιες, αν υπήρχε μια νέα και καλή πραγματικά, ήταν για ειδικές περιπτώσεις και χουβαρδάδες εκλεκτούς πελάτες, όχι για παιδιά, εργάτες και στρατιώτες...Με ειδική αμοιβή αυτή, αυξημένη, οι άλλες οι κοινές θέλανε 50 δραχμές τότε μα έπεφταν και στις 40, αν έβλεπαν κανένα νεαρό να μετρά τα τάληρα του και να μην του βγαίνουν ακριβώς...

Μια τέτοια χοντρή πήρε από τη χέρα και τράβηξε μέσα στο δωμάτιο της τον Νεκτάριο και αφού τον έγδυσε μόνη της τον μύησε στο γαμήσι. Μηχανικά και γρήγορα, τα έκανε όλα αυτή κι εκείνος ξάνοιγε να μαθαίνει την πρώτη του φορά...

Πήγαινε τακτικά από τότε, δεν τον ένοιαζε η ανύπαρκτη ομορφιά της και η περασμένη ηλικία της, αρκεί που γαμούσε κι είχε να λέει στους άλλους στο ξυλουργείο και στους φίλους του που σαν σχολιαρόπαιδα δεν είχανε δικά τους λεφτά, φοβότανε μη τους δούνε οι καθηγητές από πάνω και ακούγανε μόνο τις ιστορίες του με κάποιο θαυμασμό...

Είχανε και τα κριτήρια τους για να τις αξιολογούν, βασιζόμενοι σε αυτά που οι γυναίκες τους άφηναν να βλέπουν πριν επιλέξουν, έτσι μεταξύ τους τραγουδούσαν πάνω στη δουλειά:

Της Μαριάννας μοιάζουνε
με αγίνωτα λεμόνια,
μα της Κλειώς της κρέμονται
σαν τα ώριμα πεπόνια...

Εκεί κάπου ανάμεσα διαβαθμίζονταν τα προσόντα της Σούλας, της Ελεάνας, της Ελευθερίας, της Στέλλας και των άλλων εργαζόμενων γυναικών που συναντούσαν στα "σπίτια" με το κόκκινο φως απέξω που πήγαιναν, ευκαιρίας δοθείσης. Το άλλο δε, αυτό που κυρίως πλήρωναν, ήταν σε όλες ίδιο ανεξαρτήτως...συνοδευτικών και περιτυλίγματος, γιαυτό δεν έδιναν και πολλή προσοχή ποια τους τύχαινε κάθε φορά διαθέσιμη...

Το έκανε γνωστό και στον γέρο του πάνω σε μια κουβέντα που είχανε μια φορά, πως κάθε Σάββατο απόγευμα που ήταν κλειστά τα μαγαζιά πήγαινε στις πουτάνες και ξόδευε ένα μέρος του μισθού του, δεν τον πείραζε τον πατέρα, ήθελε να έχει τέτοιου είδους εμπειρίες ο γιος του πριν τον παντρέψει αργότερα όπως σχεδίαζε, να νοικοκυρευτεί, να γίνει οικογενειάρχης άνθρωπος. Τον ρώτησε μόνο ποια ώρα συνήθιζε να πηγαίνει, πράγμα που παραξένεψε τον Νεκτάριο...

Είχε την ευκαιρία να λύσει την απορία του πολύ καιρό αργότερα, όταν ένα Σαββατόβραδο καθυστέρησε στο καφενείο όπου κάποιος φίλος που είχε τη γιορτή του κερνούσε κρασί και μεζέδες. Πήγε καθυστερημένα στο μπουρδέλλο ο Νεκτάριος, πολύ πέρα από την ώρα που συνήθιζε, μα πάνω στο τσακ να δει τι εννοούσε ο πατέρας τότε:

Είδε τον γέρο του να εξέρχεται από την πόρτα ικανοποιημένος και ξαλαφρωμένος, ενώ ξοπίσω του η νεαρότερη κι ομορφότερη πουτάνα τον ξεπροβόδιζε λέγοντας του:

- Στο καλό ασίκη μου, ευχαριστώ για το ακριβό σου δώρο και σε περιμένω πάλι το άλλο Σάββατο βράδυ να έρθεις να παίξεις με την μικρή σου τζουτζούκα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: