Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Ο ΤΣΑΜΠΑΤΖΗΣ...


Μια παλιά αληθινή ιστορία που φέτος γίνεται 100 χρονών Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1908 σε επαρχιακή εφημερίδα.

Ήταν Σαρακοστή και τότε.
Σ' ένα συνοικιακό μαγειρείο ο μάγειρας ετοίμαζε νηστίσιμα φαγητά: χταπόδι με μακαρόνια, σπανακόρυζο, παντζάρια με σκορδαλιά και μιά φασολάδα με πλήθος υλικά που μοσχομύριζε όπως ετοιμαζόταν.
Σαν πονηρός που ήταν άφηνε ξεσκάπαστες τα 4- 5 τσικάλια που μαγείρευε και οι μυρωδιές ξεχύνονταν ελεύθερα τριγύρω, προκαλώντας την αίσθηση της λιγούρας στους γείτονες και τους περαστικούς...

Σε μια στιγμή ο μάγειρας παρατηρεί κάποιον περαστικό που κοντοστάθηκε στην πόρτα του και παρατηρούσε τα φαγητά που άχνιζαν.

- Τι κοιτάς ρε; τον ρωτά ο μάγειρας που δεν του πολυάρεσε ο πελάτης καθότι φαινόταν από χωριό, φτωχός και κουρελοντυμένος...

- Να αφεντικό κοιτώ εκείνη τη φασολάδα και σκέφτομαι...

- Τι σκέψεις σου προκαλεί μωρέ το φαί; λέει του χωρικού που κοίταζε πειναλέα.

- Ξέρεις αφεντικό, αυτή το τσικάλι με τη φασολάδα, μπορώ να το φάω μονομιάς όλο...

- Λες να τα καταφέρεις; Τόσο πεινάς; Κι αν δεν...

- Τότε αφεντικό ας στοιχηματίσουμε. Αν χάσω, τότε θα κάτσω να μου βγάλεις ένα δόντι...

Δεν το πολυσκέφτηκε ο μάγειρας, δεν κόστιζαν εξάλλου και πολύ 2 κιλά φασόλια μαγειρεμένα, θα είχε πλάκα να έβλεπε να προσπαθεί να καταβροχθίσει ο πεινασμένος χωριάτης τόση ποσότητα όσπρια μαζεμένη.
Αδύνατο να τα καταφέρει σκέφτηκε, τα άντερα του έχουν σχεδόν κολλήσει άπό την πείνα..

Το περιστατικό τράβηξε την προσοχή των γειτόνων, του καφετζή, των τεμπελχανάδων θαμώνων του που βρήκαν καινούριο θέαμα να περάσουν την ώρα τους σήμερα, ο απέναντι κουρέας, ο σαμαράς παραδίπλα, ο ράφτης απέναντι, περνούσε κι ο υπενωμοτάρχης και σταμάτησε να δεί τι μάζεψε τον κόσμο εκεί μεσημεριάτικα, στάθηκε κι αυτός να κάνει χάζι...

Μπροστά σε τόσους θεατές, ο χωριάτης κάθισε σ' ένα τραπέζι, ο μάγειρας φέρνει μπροστά του το τσικάλι με τα φασόλια, λίγο ψωμί μαύρο, ένα κρεμμύδι και λίγες ελιές. Του δίνει ένα κουτάλι κουτάλι, καθίζει γελώντας ειρωνικά απέναντι του και του λέει:
- Ορίστε ξεκίνα, όλα δικά σου, φάτα όπως είπες, μάρτυρες υπάρχουν πολλοί να διαπιστώσουν αν τα καταφέρεις...

Ο πεινασμένος χωριάτης ξεκινά να τρώει με βουλιμία. Έτρωγε φασόλια με το κουτάλι, έβαζε στο στόμα του ψωμί κι ελιές, έκοψε και το κρεμμύδι. Άδειασε εύκολα το μισό τσικάλι και συνέχιζε...

Όταν η ποσότητα της φασολάδας ήταν περίπου στο ένα τέταρτο της αρχικής έτρωγε πιο αργά, με δυσκολία κατάπινε τώρα τις μπουκιές, ήταν φανερό πως χόρτασε, τελικά σταμάτησε τελείως.

- Είχες δίκιο αφεντικό, ήταν πολλά τα φασόλια, δεν μπορώ να φάω άλλα...

- Είδες λοιπόν που επέμενες; Τώρα όμως έχουμε βάλει ένα στοίχημα και το έχασες.
Διάλεξε ένα δόντι σου να το βγάλουμε να το αφήσεις εδώ, να μάθεις άλλη φορά...

- Έχεις δίκιο αφεντικό, έχασα και θα πληρώσω...

Σηκώνονται και πάνε προς το μαγαζί του κουρέα, που σαν πιο ειδικός στην γειτονιά, έκανε και τέτοιου είδους "εξαγωγές" όποτε υπήρχε ανάγκη. Ακολουθούμενοι από το πλήθος που περίεργα συνέχιζε να παρακολουθεί και να γελά με το πάθημα του αλλουνού.

Κάθεται στην καρέκλα του κουρέα ο χωριάτης, διαλέγει ποιό δόντι θα χάσει, του δίνουν να κρατά μιά μικρή λεκάνη να πέσει μέσα το δόντι, το βγάζει επιδέξια ο κουρέας, φτύνει το δόντι κι αρκετά αίματα ο χωριάτης στην λεκάνη...

Μουγκρίζει από πόνο ο χωριάτης, πληρώνει τον κουρέα ο μάγειρας, παίρνει το δόντι που κέρδισε και πάει να γύγει από το κουρείο περήφανος για την νίκη του.

- Δεν με κερνάς κι ένα ρακί αφεντικό τώρα, να περάσει ο πόνος, να μπορέσω να φύγω κι εγώ; ακούσει τον χωριάτη να του ζητά απο την καρέκλα που ακόμη καθόταν κρατώντας το ματωμένο στόμα του.

Δεν έχανε τίποτα ο μάγειρας, είχε ταπεινώσει μπροστά σε τόσο κόσμο τον πεινάλα, τον υποχρέωσε να πληρώσει σε είδος, ήταν νικητής και δικαιωμένος, λέει του καφετζή:

- Κέρνα τον ένα διπλό ρακί, τον καημένο, να συνέλθει και να πάει στο καλό, θα θυμάται για πολύ την σημερινή μέρα...

Ο καφετζής έτρεξε να εκτελέσει την παραγγελία του μάγειρα, τον λυπόταν κιόλας τον άνθρωπο που πονούσε, πίνει αυτός το ρακί μονορούφι όταν του το φέρνει...

- Ευχαριστώ αφεντικό, ακούει τον χωριάτη να του λέει πίνοντας το ρακί του.

- Καλά τώρα, άντε στο καλό να γυρίσουμε κι εμείς στις δουλειές μας, τον αποχαιρετά ο μάγειρας.

- Ευχαριστώ τρείς φορές αφεντικό, συνεχίζει εκείνος. Μια για τη φασολάδα, μια για το ρακί που κέρασες και μια για το δόντι που κουνούσε κι ήθελα να βγάλω, μα ζητούσε πολύ ακριβά ο οδοντογιατρός που πήγα το πρωί, για αυτό ήρθα σήμερα στην πόλη...μα το έβγαλες εσύ τσάμπα, καλοσύνη σου...

Χρειάστηκαν όλοι οι παρευρισκόμενοι, να επέμβουν για να γλιτώσουν τον πονηρό τσαμπατζή χωριάτη από το χέρια του εξαγριωμένου μάγειρα που γύρισε απότομα και τον άρπαξε από τον λαιμό...

Δεν υπάρχουν σχόλια: