Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ...

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή, είχε δημοσιευθεί αρχικά σε τοπική εφημερίδα 2006 με κάποιες υποθετικές πληροφορίες. Τώρα σύμφωνα με νεώτερες πληροφορίες είναι όλα τα γραφόμενα σίγουρα μα με ονόματα που δεν γράφονται.

Τα τελευταία χρόνια πριν αλλάξει ο αιώνας, ένας μεγάλης ηλικίας Άγγλος δήθεν τουρίστης έφθανε ως το ιστορικό Θέρισο και με ένα σχεδιαγραμμα - χάρτη στα χέρια αναζητούσε κάποιες τοποθεσίες της Μαδάρας. Γνώρισε τον αλησμόνητο Ηλία Λεβεντάκη που κατά τη διαφυγή του βασιλέα Γεωργίου το '41 ήταν ο αγωγιάτης του μέχρι τα Ποριά, την άλλη είσοδο του φαραγγιού Σαμαριάς. Μάλιστα του έστελνε και στις γιορτές κάρτες όπου αναγράφεται και η διεύθυνσή του.

Τριγύριζε και στο καταφύγιο Καλλέργη και με τον ίδιο χάρτη στα χέρια ρωτούσε διάφορα και μετά που έφυγε τον γύρευε η Ε.Υ.Π...

Τελικά επρόκειτο για τον γιο του Αγγλου Συνταγματάρχη Μπλαντ που είχε την ευθύνη της συνοδείας και της προστασίας των βασιλιά, πρωθυπουργού κ.λπ. μέχρι τη διαφυγή τους στην Αίγυπτο.

Από αυτά τα περιστατικά ξεκίνησε μια ιστορία απίστευτη αρχικά σαν παραμύθι μα επιβεβαιωμένη σήμερα από έγκυρες πηγές, για ορισμένα πράγματα από τα συμβάντα τον Μάη του 2000 στα Λευκά Όρη.

Μάης 1941. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β' με τον πρίγκιπα Παύλο, τον πρωθυπουργό Τσουδερό και τη συνοδεία τους, είχαν εγκατασταθεί στο κτήμα Μάνου στην Πελεκαπίνα των Χανίων. Μάλιστα εκεί απ' έξω υπήρχαν οχυρωμένοι Νεοζηλανδοί στρατιώτες τους οποίους επισκεπτόταν ο Γεώργιος και τους είχε κάμει εντύπωση η απλότητά του. Οταν όμως άρχισε η θρυλική μάχη της Κρήτης, υπήρχε φόβος να συλληφθούν όλοι αυτοί από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που θα έπεφταν γύρω για τον σκοπό αυτό. Θεωρήθηκε καλό να μετακομίσουν στο Μετόχι Βολάνη στα Περιβόλια, έξω από την πόλη των Χανίων.

Από εδώ αρχίζει το παιχνίδι. Ο συνταγματάρχης Μπλαντ όπως σε ένα μοναδικό ντοκουμέντο αναφέρεται, δεν μετέφερε στου Βολάνη και κάποια βαριά κιβώτια, αλλά τα άφησε υπό φύλαξη στην Πελεκαπίνα και μάλιστα αναφέρεται ότι αυτά ήταν τάχα κιβώτια με κονσέρβες για τη διατροφή της βασιλικής παρέας.

Την πρώτη ημέρα της Μάχης προώθησε τη βασιλική παρέα προς το Θέρισο και την 21η κατευθύνθηκαν όλοι προς τα Ποριά, άλλοι πεζή και άλλοι σε μουλάρια, όπου διανυκτέρευσαν στο Μιτάτο Βίγλη και γεύθηκαν το σφακιανό βραστό από τους φιλόξενους βοσκούς.

Το γεγονός ότι ο Μπλαντ είχε αποσυρθεί για κάποιες ώρες από τη συνοδεία δεν είναι περίεργο, αφού εν τω μεταξύ είχε οργανωθεί η μεταφορά των μικρών κιβωτίων με τις δήθεν κονσέρβες από μουλάρια που βρήκε ο Μπλαντ και νύχτα πέρασαν από τις παρυφές του Θερίσου για την περιοχή Λουτσόκουρτα της κορυφής Μελινταού όπου ήταν ο προορισμός τους. Ο μακαρίτης πλέον γερο-Θερισιανός όταν τη νύχτα άκουσε τον θόρυβο από τα διερχόμενα μουλάρια, νόμιζε ότι είχαν φθάσει οι Γερμανοί, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν Αγγλοι.

Εδώ πέρα από την προσωρινή εξαφάνιση του Μπλαντ, υπάρχουν ακόμη τα παρακάτω ερωτηματικά που δικαιολογούνται από τα επακολουθήσαντα. Γιατί ο Μπλαντ απομάκρυνε τους συνοδούς χωροφύλακες πριν από τα Ποριά; Γιατί απέσυρε και τους είκοσι περίπου Αγγλους στρατιώτες της συνοδείας και τον αξιωματικό και αυτοί παρέμειναν στη Λουτσόκουρτα;

Επειδή οι κονσέρβες των κιβωτίων ήταν ο χρυσός του βασιλικού στέμματος της Ελλάδος σε ράβδους και ίσως και λίρες χρυσές, που είχε μεταφερθεί στην Κρήτη με ελληνικό υποβρύχιο (ίσως προς Κολυμπάρι μεριά). Αυτό πλέον δεν σηκώνει αμφιβολία. Φυσικά αν ζούσαν σήμερα κάποιοι αξιωματικοί του τότε Βασιλικού Ναυτικού και ο φύλακας της βίλας στο κτήμα Μάνου, θα μπορούσαν να πουν περισσότερα.

Εκεί στη Λουτσόκουρτα οι στρατιώτες εργάσθηκαν πυρετωδώς και κατάχωσαν τον θησαυρό σε κάποια βραχοσκεπή, ο δε Μπλαντ κράτησε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα, αυτό που κρατούσε ο γιος του μετά από 57 χρόνια και έψαχνε. Το μόνο σημείο όπου δεν είναι βέβαιο από όλη την ιστορία είναι η ποσότητα του χρυσού. Από εμπλακέντες στο περιστατικό λέχθηκε για δέκα τόνους, αλλά ίσως να μην ήταν και τόσο. Όπως επίσης κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι οι είκοσι στρατιώτες εκτελέσθηκαν από τον Μπλαντ για να μην αποκαλύψουν τη θέση του θησαυρού και είπε ότι έπεσαν σε ενέδρα Γερμανών, αλλά και αυτό δεν μπορεί κανείς να το βεβαιώσει.

Μάης του έτους 2000. Ο υιός Μπλαντ επιτέλους ερευνώντας βρήκε άκρη, αλλά το δυσκολότερο ήταν πώς να φέρει στην επιφάνεια τον θησαυρό. Αν απευθυνόταν σε ντόπιους θα είχε πρόβλημα και από αυτούς και από την Πολιτεία. Ο από μηχανής θεός ήταν ο τότε υποδιοικητής της Αμερικανικής Βάσης Σούδας που πήρε και το μεγαλύτερο μερίδιο, το 40%, ως λέχθηκε. Το άξιζε όμως, γιατί είχε φτιάξει μια μοναδικής οργάνωσης επιχείρηση που τελικά πέτυχε απολύτως...

Αφού λοιπόν έγινε επί χάρτου αυτή η άψογη και θαυμαστή οργάνωση, επιχειρήθηκε η πρώτη φάση και επί εδάφους. Το ερευνητικό μηχάνημα όμως, έπεσε από το μουλάρι που το μετέφερε και έως ότου έλθει το ανταλλακτικό που χρειαζόταν πέρασαν λίγες ημέρες, αλλά ήταν τυχεροί και αυτό τους βγήκε σε καλό.

Γιατί μια παρέα Σφακιανών σαϊνιών είχαν πολύ ευπαθή μύτη, είχαν μυριστεί την υπόθεση. Εφτιαξαν αυτοί άλλα σχέδια καλύτερα από τα Αγγλοαμερικανικά. Θα κύκλωναν την περιοχή και με τα καλάσνικοφ ανά χείρας θα απαιτούσαν τουλάχιστον τον μισό χρυσό, αλλιώς θα τους καθάριζαν και θα ήταν όλος δικός τους. Καταλαβαίνει ο καθένας τις πιθανότητες να επακολουθούσε εκεί μια μάχη - μακελειό, με διεθνείς διαστάσεις. Με το να αναβληθεί όμως η επιχείρηση, λόγω του ατυχήματος, δεν πληροφορήθηκαν την ημερομηνία της νέας απόπειρας επιχείρησης και έτσι έμειναν με τα Καλάσνικοφ στο χέρι και με το όνειρο του θησαυρού που τον κλαίνε ακόμη. Φυσικά γύρω στις παρυφές της περιοχής του θησαυρού, είχαν αναλάβει την προστασία από ανεπιθύμητες προσεγγίσεις και μερικοί λεβέντες ορεινοί έμπιστοι, ντόπια γερά κόκαλα της Μαδάρας, εφοδιασμένοι με ανάλογα πολεμικά μέσα.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε αρχές του Μάη του έτους 2000, γιατί τότε βόλευε ώστε να μην έχουν βγει ακόμη οι κτηνοτρόφοι στη Μαδάρα, αλλά πολλοί βοσκοί από τα χαμηλότερα είχαν προβληματισθεί με τις αναγνωριστικές πτήσεις που έκανε ελικόπτερο μερικές ημέρες πριν, μπαίνοντας από τη χαράδρα του Δρύ ως τη Μελινταού και πέρα. Τις επίμαχες ημέρες είχαν αγκυροβολήσει αμερικανικά πλοία στο Μαράθι, μάλιστα κι ένα ελικοπτεροφόρο.

Τις ημέρες εκείνες επίσης είχε διοργανωθεί άσκηση Αμερικανών πεζοναυτών στην περιοχή σε συνδυασμό με άσκηση από τη Μοίρα Αλεξιπτωτιστών Μάλεμε που όμως τους είχαν καθορίσει τομέα μέχρι τα Ποριά και μάλιστα είχε προξενήσει εντύπωση γιατί οι Αμερικανοί πεζοναύτες πήγαιναν σε άσκηση χωρίς  να κκρατούν όπλα. Ισως να είχαν σκαλίδες και σκαπέτια.

Την ημέρα και τη νύχτα λοιπόν της τελικής επιχείρησης, μετά από το σκάψιμο και την ανάσυρση των εκατό κιβωτίων χρυσού, έφτασε ένα μεγάλο ελικόπτερο Σινούκ (δεν γνωρίζουμε αν ήταν στρατιωτικό USA ή ενοικιασμένο), στο οποίο οι ίδιοι άνδρες που έσκαψαν φόρτωσαν και τα κιβώτια. Φυσικά είχε διαμορφωθεί από πριν κάποιος χώρος κατάλληλος για το ελικόπτερο. Πιθανολογείται πως το ελικόπτερο προσγειώθηκε σε κάποιο δεξαμενόπλοιο ή άλλο μεγάλο πλοίο που έπλεε μεταξύ Κρήτης και Τυνησίας, αλλά δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει ότι η προσγείωση έγινε σε πολεμικό πλοίο αλλοδαπό ή ακόμη και σε κάποια στεριά.

Πληροφορίες αναφέρουν ακόμη ότι από κάποιο κιβώτιο που έσπασε έπεσαν ράβδοι (πλάκες στην πραγματικότητα) που είχαν επάνω τη στάμπα της Τράπεζας της Ελλάδος. Ετσι γινόταν σε όλα τα κράτη για τον χρυσό των βασιλικών οίκων. Φυλάσσονταν στην κρατική τράπεζα και με ευθύνη της.
Μετά την επιτυχία της μυστικής επιχείρησης, πραγματοποιήθηκε γλέντι σε σπίτι σε Χανιώτικο προάστιο, όπου πήρε μέρος και πολιτικός παρών σε κάθε ρεμούλα και ρουσφέτι, αλλά δεν γνωρίζουμε αν συνέβαλε με τον τρόπο του στην όλη επιχείρηση.

Ο Αμερικανός υποδιοικητής παραιτήθηκε μετά από λίγο καιρό και αναχώρησε προς USA πιο πλούσιος.

Φυσικά ο χρυσός αυτός κτήμα της βασιλικής οικογένειας, δεν είχε καμιά σχέση με τον επίσημο κρατικό χρυσό που μεταφέρθηκε αρχικά στο Ηράκλειο και μετά από τη Σούδα με το καταδρομικό "Διδώ" στην Αλεξάνδρεια, στη συνέχεια στη Νότια Αφρική και τέλος στην Αγγλία απ' όπου επανήλθε μετά το τέλος του πολέμου. Η μόνη σχέση ίσως να είναι ότι και οι δύο θησαυροί ανήκαν στον Ελληνικό λαό.

Κατά την ίδια περίπου διαδικασία είχε παραληφθεί από Βρετανικό αντιτορπιλικό από ακτή της Πελοποννήσου ο χρυσός του βασιλικού στέμματος της Σερβίας (Καραγεώργεβιτς), αλλά γι' αυτόν δεν ενδιαφέρθηκε κανείς τι απέγινε...

Ως γνωστόν τη στραταρχική ράβδο του βασιλέως, το στέμμα του και κάποια παράσημα ανέλαβε να τα φυλάξει κάποια οικογένεια Καστρινάκη από τα Περιβόλια και μετά τον πόλεμο που τα παράδωσαν στον Γεώργιο δεν δέχθηκαν καμιά αμοιβή.

Τώρα εσείς που διαβάσατε το δήθεν παραμύθι (για όσους βολεύονται έτσι) μη ρωτάτε τίποτε άλλο και ακόμη θέλω να είστε βέβαιοι πως όλη την ιστορία την πληροφορήθηκα και δεν πήρα ούτε μια ράβδο χρυσού.

Το λυπηρό πάντως είναι πως το χρυσάφι αυτό δεν έμεινε τουλάχιστον όλο σε ντόπια χέρια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: