Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επαναστάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επαναστάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

EΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΣΤΕΙΑ (Η ΤΑΙΝΙΑ)...



Ελληνική ταινία του Γ. Κωνσταντίνου, από το 1988.

Ένα λαϊκό κόμμα κατεβαίνει στις εκλογές μοιράζοντας υποσχέχεις στον κόσμο για αλήθεια και διαφάνεια, αλλά όταν ο λαός το ψηφίζει και παίρνει στα χέρια του την εξουσία, όλες οι υποσχέσεις πάνε στο βρόντο...

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

O ΠΑΤΟΥΧΑΣ (H TAINIA)...


Ελληνική ταινία από το 1972, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Ι. Κονδυλάκη.

Στα απάτητα βουνά της (υπό τουρκική κατοχή ακόμη) Κρήτης, ζει ο Μανωλιός που έχει περάσει τη ζωή του βόσκωντας τα πρόβατα του απομονωμένος από τους ανθρώπους. Δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή με κανέναν άλλον άνθρωπο εκτός από τον πατέρα του, έναν τυπικό παλαιό Κρητικό.

Μια μέρα ο πατέρας του τον καλεί να κατέβει στο χωριό. Εκεί βλέποντας για πρώτη φορά ξένους ανθρώπους, συμπεριφέρεται αδέξια σαν αγρίμι και οι χωριανοί του δίνουν το παρανόμι "Πατούχας".

Ερωτεύεται μια κοπέλα, αλλά δεν έχει το θάρρος να της το πει. Μια όμορφη χήρα θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τις ντροπές του, αλλά ο πατέρας του θα τον στείλει πίσω στο βουνό και τα πρόβατα.

Ο Μανωλιός έχοντας γνωρίσει τον έρωτα θα γυρίσει στο χωριό, θα συναντήσει την κοπέλα που αγαπά και θα πάρει την άδεια να την παντρευτεί, αφού πρώτα ελευθερωθεί το νησί από τους Τούρκους...

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ...


Ένα σπορ που ανέκαθεν ευδοκιμούσε στη χώρα και το οποίο τελευταία έχει πάρει διαστάσεις που φτάνουν στα όρια του γελοίου, είναι η ίδρυση από τον πάσα ένα αργόσχολο ή αιώνιο φοιτητή αριστεριστή αιθεροβάμονα μιας "κίνησης" με την οποία καταλύει τους κανόνες λειτουργίας του κράτους μας και εγκαθιδρύει το δικό του κράτος καταλαμβάνοντας δημόσιες υποδομές και δημόσια κτήρια, κατά προτίμηση αυτά των εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Οι ευκίνητες αυτές "κινήσεις" των 3 - 5 - κι όχι πάνω από 10 ατόμων, παρεμβαίνουν υπέρ οιουδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, έχουν καθιερώσει την εβδομαδιαία διαδήλωση κάθε Πέμπτη απόγευμα της μιας χούφτας ατόμων, επιτίθενται εναντίον οποιασδήποτε αρχής την οποία αμφισβητούν και διαπομπεύουν έτσι και δεν πάει με τα νερά τους και με την ανοχή της Πολιτείας και των ανά τετραετία μόνο, ασκούντων τον ρόλο τους ως πολιτών, γίνονται κράτος εν κράτει αφού κανείς δεν αντιδρά.

Σε αυτό το σπορ προπονούνται από προχθές κάποιες αριστερές κινήσεις άπλυτων και κουρελιάρηδων νεολαίων, που εγκατέστησαν 250 παράνομους μετανάστες (και πολιτικούς πρόσφυγες, κατά δήλωσή τους μόνο) ως σκεύη, που μετέφεραν από την Κρήτη στη Νομική, για να τους διευκολύνουν στην προπόνησή τους εναντίον της κυβέρνησης.

Μην απορείτε γιατί δεν τους μετέφεραν στα σπίτια τους για φιλοξενία, διότι προφανώς το κτήριο της Νομικής προσφέρεται καλύτερα για στέγαση καταυλισμού προσφύγων, όταν μάλιστα ο βολικός Πρύτανής της δεν βλέπει όπως και οι κινηματίες φοιτητές, ουδεμία προσβολή του Ακαδημαϊκού ασύλου...

Και κανείς βέβαια δεν θα είχε κανένα ψόγο ή αρνητική κριτική ούτε για τους νεολαίους ούτε για τις πρυτανικές αρχές, αν έπειθαν με τις ενέργειες τους ότι συμπαρίστανται στο βιοτικό πρόβλημα των (αχρείαστων) λαθρομεταναστών, αλλά όταν χρησιμοποιούνται εκβιαστικά για μαζική και χωρίς κανένα έλεγχο παροχή πολιτικού ασύλου και ως σκεύη σε πολιτικά παιχνίδια, από κινήσεις, κόμματα και κομματίδια των παραπάνω ολιγομελών παρεών που εναγωνίως ψάχνουν λόγο ύπαρξης...

Καθώς και από πλούσιους προικοθήρες - πολιτικούς της πλάκας & της αναταραχής που βρήκαν τρόπο να επανέλθουν στην επικαιρότητα και από βαρεμένους κατακέφαλα ακαδημαϊκούς δασκάλους που δεν κατάλαβαν ακόμη πως η πολλή "δημοκρατία" βλάφτει ανεπανόρθωτα...

Αφού καθόμαστε και τους κοιτάμε από απόσταση σε κάθε τους δράση - καραγκιοζιλίκι όπως κάνει η αστυνομία με τους διάσπαρτους ρουφιάνους, που και δεν πιάσαμε ακόμη τα στελιάρια εμείς οι υπόλοιποι πολίτες να δούνε πόσα απίδια βάνει ο ντορβάς και πόσο αντέχουνε το γνήσιο ραβδί οι περιθωριακοί επαναστάτες του κώλου...

[χθες βράδυ είχανε 20 κουρελιάρηδες μαλλιάδες και 2 κάδους να κλείνουν τον κεντρικό δρόμο όσο τους γούσταρε, για το τίποτα]

Και κακομαθαίνουνε και οι νεώτεροι στο μπάχαλο και ονειρεύονται επαναστάσεις ακόμη και τα δημοτικά και νηπιαγωγεία, με δεδομένη την στήριξη των παραπάνω για λίγες μέρες χαβαλέ....με την ελπίδα πως τούτη τη φορά θα ξεκινήσει η επανάσταση!

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΕΝΙΑ ΑΠΟΧΑΥΝΩΣΗΣ...

Διαβάζω συχνά στον τύπο και το διαδίκτυο ολόκληρες αναλύσεις για την αποχαύνωση του νεοέλληνα, την αδιαφορία και την απραξία του έναντι της σημερινής δύσκολης οικονομικής κατάστασης, το διεθνές στρίμωγμα της χώρας, την έλλειψη χρήματος που οδηγεί σε περικοπές, κτλ.

Δεν έφυγε όμως ποτέ το δημόσιο ή ευρωπαϊκό - κοινοτικό χρήμα από την Ελλάδα, εδώ είναι, σε Ελληνικά χέρια. Σε πονηρά ιδιωτικά χέρια.

Ένα μικρό μειοψηφικό τμήμα του λαού ιδιοποιήθηκε δημόσιους πόρους τους μετέτρεψε σε ιδιωτικές μεζονέτες και εταιρικές offshore και καλοπερνά στην Μύκονο κι αλλού. Ο λοιπός πλειοψηφικός λαός απλώς υπέστη την υπεξαίρεση και είτε φθονεί αυτούς που τα κατάφεραν και περιμένει τη σειρά του στην αρπαχτή, είτε αρκείται στα ψίχουλα που του ρίχνουν και την "ησυχία" του.

Δημογραφικό σφρίγος κάκιστο, γεωπολιτικοί συσχετισμοί επικίνδυνοι, οργανωμένες κοινωνικές ομάδες με συνεχή κλισέ και συντεχνιακά συμφέροντα έναντι των πολλών, θεσμοί ανυπόληπτοι και διάτρητοι από την διαφθορά.

Η πραγματικότητα είναι οτι ο μέσος Έλληνας έχει πλήρη συναίσθηση της δύσκολης περιόδου που διανύουμε, καθώς το βιώνει καθημερινώς. Νιώθει όμως εγκλωβισμένος σε μια χαώδης κινούμενη άμμο που η κάθε σπασμωδική του κίνηση είναι εις βάρος του και έτσι περιμένει παραιτημένος και αποστασιοποιημένος το τέλος του.

Πλήρης ανασφάλεια για ένα αβέβαιο μέλλον, που δεν μπορεί καν να σχεδιαστεί λόγω απρόβλεπτων παραγόντων. Οπότε σου λέει ο άλλος αφού δεν περιμένω τίποτε από κανένα μόνο το τομάρι μου με ενδιαφέρει.

Το ένα κόμμα παίρνει τα καταστροφικά μέτρα. Το άλλο κόμμα που θα μπορούσε με δυναμικές πολιτικές να ανατρέψει την καταστροφική αυτή κατάσταση με ειρηνικό τρόπο και κοινοβουλευτικές διαδικασίες, δεν θέλει να το κάνει τώρα.

Κάποιοι κομματικοί διαδηλώνουν σε ατέρμονα αγώνα από συνήθεια κι άλλοι οι πολλοί παραμένουν χαλαρά καναπεδάτοι και θα περιμένουν τις εκλογές για να δείξουν την δυσαρέσκειά τους...

Ελάχιστοι προσπαθούν να αντιδράσουν με τον τρόπο τους και να επηρεάσουν. Η μαζική κουλτούρα της χώρας όμως βρίσκεται στα χέρια ανοήτων στα Μ.Μ.Ε. Χωρίς παιδεία, χωρίς όραμα, χωρίς ένα πρότυπο ανθρώπου και πολίτη. Εγκλωβισμένοι όλοι με τους βαρβάρους εδώ ζούμε στην κοινωνία της παραίτησης.

Έχει φροντίσει το σύστημα για αυτούς από καιρό. Άλλους τους εξαγόρασε να παπαγαλίζουν, άλλους τους έδιωξε στην αλλοδαπή, άλλους τους κατέστησε αόρατους, και όλους μαζί τους λοιδορεί επειδή δεν είναι του lifestyle.

Δε μπορεί κανείς να απαιτεί απο τον μέσο πολίτη, που καθημερινώς αγωνιά και μάχεται να ανταπεξέλθει στην δική του καθημερινότητα, να κάνει την υπέρβαση.

Ούτε απο ανθρώπους κατώτερης αντίληψης (που γι αυτό δυστυχώς φταίει η πολιτεία με τη συνεχή υποβάθμιση της παιδείας) να σώσουν τον τόπο.Το πιθανότερο είναι να εξεγερθούν άναρχα χωρίς στόχους και ιδεολογία.

Είναι ένα κλικ πριν την ολική αποχαύνωση που πλέον έχει καταλάβει τους ιδίως τους νεώτερους που διαπιστώσανε ότι οι γηραιότεροι είτε δημιουργήσανε είτε ανεχτήκανε το σημερινό βδελυρό σύστημα.

Είναι οι άνθρωποι που βλέπουν τα όνειρα τους να καταστρέφονται έναντι των μεγαλυτέρων που έστω και κουτσά στραβά τη ζωή τους τη ζήσανε και την οικογένειά τους την κανανε, αλλά και που έστω έχουνε όνειρα, σε σχέση με τους νεαρότερους που ύψιστες αξίες έχουνε την Τζούλια, τα videogames και το iPhone.

Το αν και πότε θα γίνει κάποια "επανάσταση" δεν είναι σίγουρο.

Το σιγουρο είναι ότι αν γίνει, θα γίνει μεσημέρι: Την ώρα που πεινάει ο λαός και ξυπνάνε οι ανέμελοι φοιτητές...

Όπως αποδεικνύεται άλλωστε από το κατάντημα της γενιάς του Πολυτεχνείου, η ιστορία είναι αμείλικτα ειρωνική...

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΚΑΚΙΑ...


Σε κρίσιμες συγκυρίες σαν την τωρινή κατά την οποία διακυβεύεται το μέλλον μιας κοινωνίας ολόκληρης (όπως και της εθνικής μας υπόστασης) δεν μπορεί να κάνει κουμάντο μια ισχνή πλειοψηφία "επαγγελματιών επαναστατών" όπως αυτοί οι λιγοστοί του ΠΑΜΕ που διέλυσαν για ακόμη μια φορά του λιμάνι του Πειραιά.

Όποια κι αν είναι τα αιτήματά τους δεν μπορεί να αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας εν μέσω της τουριστικής περιόδου η οποία θα δώσει ψωμί σε χιλιάδες Έλληνες. Το κυριότερο, δεν μπορούν να γίνονται αιτία και αφορμή συκοφάντησης και υπονόμευσης του κινήματος των εργαζομένων εναντίον των μέτρων. Γιατί αυτή η τακτική τους προδιαθέτει αρνητικά εναντίον τους τα μικροαστικά στρώματα και τις χιλιάδες των άλλων εργαζομένων που περιμένουν να ζήσουν από τον τουρισμό κάθε καλοκαίρι.

Το ΠΑΜΕ, το ΚΚΕ δηλαδή δεν ενδιαφέρεται για την προστασία κανενός δικαιώματος. Ο,τι κάνει το κάνει στα πλαίσια της διακηρυγμένης κοντόφθαλμης θεώρησης του: "Αναδεικνύουμε τις κρίσεις του θνησιγενούς ούτως ή άλλως καπιταλισμού, τις βαθαίνουμε, οι μάζες ριζοσπαστικοποιούνται κι έτσι θα έρθει κάποτε η επανάσταση".

Για το ΚΚΕ η προστασία δικαιωμάτων, η επίλυση προβλημάτων, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η εξασφάλιση ελευθεριών δεν είναι στόχος είναι δομικό πρόβλημα.

Κι όλα αυτά από το ΚΚΕ, τον πιο στυγνά καπιταλιστικό εργοδότη τής Ελλάδας.
Με την Τυποεκδοτική, εταιρεία που ανήκει στο ΚΚΕ και που δεν έχει υπογράψει τη συλλογική σύμβση εργασίας, εταιρεία τής οποίας οι υπάλληλοι πληρώνονται ψίχουλα και συχνά υποχρεώνονται να παρέχουν δωρεάν εργασία υπέρ τού κόμματος.
Όλα αυτά, χωρίς ποτέ να έχει γίνει κανενός είδους δημόσιος έλεγχος στα οικονομικά τής Τυποεκδοτικής, αλλά ούτε και του ΚΚΕ.

"Νόμος είναι το δίκιο τού εργάτη", αλλά η Παπαρήγα ήξερε να στείλει την κόρη της στο Αμερικάνικο Κολλέγιο. Την υποκρισία και την απληστία των κομμουνιστών την έχουν ζήσει στο πετσί τους όλες οι πρώην κομμουνιστικές χώρες, ουδεμίας εξαιρουμένης.

Κανένα κομμουνιστικό καθεστώς δεν νοιάστηκε ποτέ για τον μέσο άνθρωπο, όπως διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι όλοι μας όταν κατέρρευσαν οι κομμουνιστικές δικτατορίες και άφησαν πίσω τους εξαθλιωμένους λαούς σε χώρες διαλυμένες.

Το δικαίωμα της απεργίας είναι ιερό. Όποιος εργαζόμενος θέλει να απεργήσει ας απεργήσει. Ενοχλεί αφάνταστα όμως να πηγαίνουν κάποιοι τύποι και να μην αφήνουν να δουλέψουν αυτοί που θέλουν να δουλέψουν.

Κοινώς όποιος θέλει να απεργεί ας απεργεί κι όποιος θέλει να δουλέψει ας δουλέψει. Καταναγκαστική εργασία δεν επιτρέπεται και καταναγκαστική απεργίας επίσης δεν επιτρέπεται. Και το ΚΚΕ επιβάλλει φασιστικά στους άλλους να μη δουλέψουν.

Να παρεμποδίζουν την καθημερινή ζωή με ψευδεπίγραφους "αγώνες", μόνο και μόνο για το δικό τους συμφέρον (αν τύχει και κάτσουν κάποια χαμένα ψηφαλάκια από καρακατσουλιά σε επόμενες εκλογές).

Λίγο "αστικό" ξύλο από τους λιμενικούς (αν τους άφηναν) στους "εργαζόμενους" του ΠΑΜΕ και το θέμα θα είχε διευθετηθεί. Αλλά δεν τους αφήνουν, μην χαλάσει η μόστρα της "δημοκρατίας" μας...

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ...


Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, δεν παραλείπουμε να εκφράσουμε ως έθνος και ως μεμονωμένοι πολίτες, την αντίθεσή μας προς τη χούντα των συνταγματαρχών η οποία, από την 21/4/1967 και επί μια επταετία, είχε το απόλυτο πρόσταγμα εξουσίας στη χώρα στο πρότυπο του στρατώνα, με αξιοπρόσεχτο αντίκτυπο στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πνευματική ζωή των πολιτών.

Η αντίσταση του Ελληνικού λαού άρχισε από τις πρώτες κιόλας μέρες και διατηρήθηκε, στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, όλη την εφταετία.Πολλοί Έλληνες, εξαιτίας της ιδεολογίας και των αρχών τους, γνώρισαν διώξεις, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, έχασαν και τη ζωή τους ακόμα, με αποκορύφωμα όλων όπως είθισται να πιστεύεται, την αιματοβαμμένη θυσία των νέων στο Πολυτεχνείο του Νοέμβρη του 1973.

Η Χούντα υπό την πίεση των αγώνων πολλών συμπατριωτών μας που αντιστάθηκαν και υπό το βάρος της Κυπριακής τραγωδίας που η ίδια προκάλεσε, εγκατέλειψε την εξουσία και τη Χώρα ολόκληρη σε πλήρη εξαθλίωση.

Στα μετά το 1974, την κατάρρευση της χούντας και τον ερχομό των πολιτικών, συνηθίζουν οι πολιτικοί κρατούντες και αντιπολιτευόμενοι, να ενθυμούνται τα δεινά που επέφερε στον τόπο η χούντα και, με ρητορικούς λόγους, επιδιώκουν να τονώσουν υπέρ της δημοκρατίας το ηθικό του λαού και να θερίσουν εν τη γενέσει της κάθε φιλοδοξία ανατροπής του υφιστάμενου πολιτεύματος.

Αν βρισκόμαστε σήμερα εδώ που βρισκόμαστε, είναι γιατί η ιστορία του τόπου μας, οι ηγέτες μας και η δική μας, προσωπική συνεισφορά στην τελική διαμόρφωσή της, ήταν οι κύριοι παράγοντες που μας οδήγησαν στο σήμερα.

Η επαναστατική - χουντική επέτειος και η σημερινή, δύσκολη συγκυρία θυμίζουν αυτό που είπε ο άγνωστος Ινδός σοφός:

- Η μόνη προϋπόθεση για να μπορέσει κάποιος να σηκωθεί και να πορευτεί πάλι μπροστά, είναι να έχει, προηγουμένως, πέσει κάτω...

Σήμερα, 43 χρόνια μετά την πτώση της Χούντας, υπάρχει στην μνήμη ακόμη μια αλληγορική απάντηση που έδινε ένας πολίτης σε έναν γείτονα του που νοσταλγούσε τέτοια καθεστώτα τότε και που του έλεγε πως:

- Στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και του Παπαδόπουλου, υπήρχε ασφάλεια και ησυχία, όλοι είχαν δουλειά, φαγητό και γιατρό όταν τον ήθελαν...

Απαντούσε λοιπόν ο άλλος:

- Μα και τα μουλάρια μας σύντεκνε τα 'χουνε ούλα τούτα-να! Δουλειά έχουνε κάθε μέρα, η πάχνη των είναι γεμάτη, κοιμούνται στον σταύλο ανενόχλητα από λύκους, ο γιατρός είναι δίπλα τους κάθε που θα χρειαστεί, μα είναι κάθε μέρα...μουλάρια!

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΕΠΙ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ...


Απόσπασμα από το ποίημα "Ιστορία της Κρήτης" από την συλλογή Ποιήματα Τραγικά. Εμπεριέχοντα διαφόρους Πολέμους της Κρήτης επί Ελληνικών επαναστάσεων:

"Θεέ μου, δος μου λογισμόν και αίσθησιν ν' αρχήσω, την δυστυχή πατρίδα μου με λύπην να θρηνήσω.
Στα χίλια οκτακόσια οι Έλληνες αρχήσαν, και την ελευθερίαν τους με έγγραφα κινήσαν.
Είκοσι έτη μυστικά επροετοιμασθήκαν, στα κοσιένα έξαφνα στα όπλα σηκωθήκαν.
Όλοι σηκώσαν τ' άρματα και την Τουρκιά κτυπήσαν, και την κληρονομίαν τους ως Έλληνες ζητήσαν.
Εν μέρει η Ελλάδα μας είν' ελευθερωμένη, κι η δυστυχής πατρίδα μας ακόμη σκλαβωμένη.
Συγχρόνως συκωθήκασι κι οι Κρήτες οι ανδρείοι, εφάνηκαν εις την Τουρκιά γενναίοι κι εναντίοι.

Δέκα Μαρτίου άρχησαν να απομακρυνθούσι, κι εις τα Σφακιά πηγαίνασι να προετοιμασθούσι.
Πα' ο γενναίος Ξέπαπας να καμ' ετοιμασίαν με τόσον ενθουσιασμόν για την ελευθερίαν.
Φεύγουν οι δύο Χάλιδες κατόπιν οι Χανιώτες, Ρεθέμνιοι και Καστρινοί κι οι τρομεροί Λακιώτες.
Με τους ανδρίους Σφακιανούς κάμνουν ετοιμασίας, για να σηκώσουν άρματα 'ναντίον της Τουρκίας.
Είδησιν πήρεν η Τουρκιά κλέπτας τους ονομάζουν, τα βρέφη και ταις φαμελιαίς αρχήσασι να σφάζουν.
Στην φυλακήν εβάλασιν δάσκαλον και δεσπότην, και με τρομάρα της ψυχής ήτανε οι ανθρώποι.
Και ο Βεζήρης του 'λεγεν δεσπότη να τουρκέψης, να σου χαρίσω την ζωήν και να δημοσιεύσης, να σου χαρίσω την ζωήν κι όλην την εξουσίαν..."


Της Αντωνούσας Ι. Καμποροπούλας.

*************************************************

Η Αντωνούσα, γεννήθηκε στα Χανιά το 1790.
Έφυγε κατατρεγμένη μετά την επανάσταση του '21 στην Κρήτη. Έκανε γνωστό με κάθε τρόπο το Κρητικό Ζήτημα, και μίλησε φλογερά για τη πατρίδα της την Κρήτη των δύο πελάγων με επιφανείς προσωπικότητες της εποχής.

Μπόρεσε να εκδώσει πέντε βιβλία σε τόσο δύσκολες συνθήκες στα οποία φαίνεται η μεγάλη αγάπη της στην Κρήτη, και έφυγε το 1880, ευρισκόμενη στην Αθήνα.

Μια συνειδητοποιημένη γυναίκα του καιρού της, που δεν εσιώπησε για τα μεγάλα ζητήματα του τόπου και εκφράστηκε με την αγάπη, την απλοϊκότητα και τον αυθορμητισμό για την δεινή θέση του νησιού στους αγώνες του να ελευθερωθεί...

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Ι.Μ. ΑΡΚΑΔΙΟΥ 9 ΝΟΕ. 1866: ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ...


**********************************************************

Η Μονή του Αρκαδίου, αφιερωμένη στη μνήμη της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, έχει ιδιαίτερη σημασία ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της Κρητικής Αναγέννησης, αλλά και λόγω της έντονης συμμετοχής της στους απελευθερωτικούς αγώνες των Κρητικών, με αποκορύφωμα την πολιορκία και την αυτοθυσία των κλεισμένων σε αυτή υπερασπιστών στις 9 Νοεμβρίου του 1866.

Το 1866 οι Τούρκοι την πολιόρκησαν και καθώς δεν έρχονταν ενισχύσεις, όσοι βρίσκονταν εκτός των τειχών κλείστηκαν στην πυριτιδαποθήκη. Πολεμώντας γενναία προκάλεσαν σημαντικές απώλειες στον εχθρό αλλά όταν είδαν ότι η μάχη θα χανόταν, περίμεναν τον εχθρό να πλησιάσει και ανατινάχθηκαν.
Ο τραγικός επίλογος ήταν 845 νεκροί, 114 αιχμάλωτοι και μόνο 3 - 4 άτομα κατάφεραν να διαφύγουν. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν πολύ μεγαλύτερες και έφταναν τους 1.500 νεκρούς και τραυματίες.

Το Αρκάδι πατήθηκε μα δεν έπεσε. Στα κυπαρίσσια υπάρχουν ακόμα οι σφαίρες εκείνης της εποχής. Ο Τούρκος πασάς πίστεψε ότι με την νίκη του αυτή θα σταματούσε την επανάσταση στην Κρήτη, κάτι που δεν έγινε αφού με την πράξη αυτή μαθεύτηκε στην Ευρώπη ο αγώνας του Κρητικού λαού για την ελευθερία του...

"Σφαγή μεγάλη αρχινά, περίσσια φωνοκλήσι
ετούτ' η ώρα θ'ακουστεί σ' Ανατολή και Δύση.
Και μέσα στον αναβρασμό, που ο Χάρος εβρουχάτο
βροντή, σεισμός εγίνηκε, κι ο κόσμος άνω - κάτω
φωθιά, καπνός και κτήρια, κορμιά κομματιασμένα
άντρες και γυναικόπαιδα στα νέφελα ανεβαίνουν.
Τρόχαλος έγινε η Μονή κι' εσείστη ο Ψηλορείτης
κι' αντιλαλούνε τα βουνά κι απ' άκρου ως άκρου η Κρήτη"

Η μονή ανοικοδομήθηκε ξανά λίγα χρόνια αργότερα και έκτοτε αποτελεί σύμβολο της εθνικής ανεξαρτησίας.

Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή που διαβάζει ο ευλαβικός προσκυνητής του Αρκαδίου στη Μπαρουταποθήκη, η οποία δείχνει περίτρανα την αδούλωτη ψυχή του Κρητικού λαού:

"Αυτή η φλόγα π' άναψε μέσα εδώ στη κρύπτη
κι απάκρου σ' άκρο φώτισε τη δοξασμένη Κρήτη,
ήτανε φλόγα του Θεού μέσα εις την οποία
Κρήτες ολοκαυτώθηκαν για την Ελευθερία "

Η UNESCO έχει χαρακτηρίσει το Αρκάδι Ευρωπαϊκό Μνημείο Ελευθερίας.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...


Τα χρόνια που είχαν επαναστατήσει μερικοί συνταγματάρχες και προσπαθούσανε ματαίως να επιβάλουν τάξη και πειθαρχεία στον λαό, δεν καλάρεσε σε κανέναν...

Με όποιο τρόπο έβρισκαν παρέβαιναν "τας υποδείξεις" που έβγαιναν πληθώρα με την μορφή "αποφασίζομεν και διατάσσομεν" ακόμη και για τα πιο απλά θέματα τάξεως και συμπεριφοράς. Έτσι πολλοί ανύποπτοι πολίτες ιδίως της υπαίθρου βρίσκονταν ξαφνικά παραβάτες κάποιας διαταγής που δεν ήξεραν πως "απεφασίσθη" και ως εκ τούτου κυνηγημένοι από τους μπάτσους...

Ένας τέτοιος που ξαφνικά βρέθηκε παρανομούντας και διωκόμενος, ήρθε ένα βράδυ στο σπίτι, όταν πρέπει νάμουνα 4 χρονών. Κοιμόμασταν νωρίς οικογενειακώς αφού ο γέρος μου ήταν εργάτης και σηκωνόταν κάθε μέρα πολύ νωρίς. Ο φυγάς θάπρεπε νάφτασε στην αυλή μας γύρω στις 10.30μμ, δεν γνώριζα την ώρα τότε...Μην βλέποντας φώτα και ξέροντας πως δεν πηγαίναμε πουθενά, κατάλαβε πως κοιμόμασταν. Μ' ένα μακρύ ξύλο από τα ντεμπλιά που χρησιμοποιούσαν όταν μάζευαν ελιές και υπήρχανε μερικά έξω ακουμπισμένα στην γωνία του τοίχου, χαρχάλεψε μερικές φορές το ξύλινο παράθυρο στο δωμάτιο των γονιών, στο παλιό διώροφο σπίτι μας...

Ξύπνησε ο γέρος μου με τον επαναλαμβανόμενο τσάλαχο, αναγνώρισε τον παλιό του γνωστό που του εξήγησε τον λόγο που ήρθε από το χωριό του νυχτιάτικα, κατέβηκε και τον έβαλε μέσα...Ξύπνησε όμως και ο γείτονας που νοίκιαζε το απέναντι σπίτι, κλασσικός μπάτσος του παλιού καιρού, από κείνους που τους παίρνανε στην Χωροφυλακή για να φάνε ένα κομμάτι ψωμί, σαν ολότελα αγράμματος κι ανίκανος να το βγάλει από κάπου αλλού. Κοίταζε να κάνει "το καθήκον του" για να τα έχει καλά με τη υπηρεσία του, μην τον διώξουν όπως φοβότανε...

Θεώρησε καλό να προβάλλει πάραυτα στο παράθυρο του και να μας βάλει πόστα:

- Τι κάνεις εκεί; Θα κρύψεις φυγάδα; Ετούτος εδώ είναι εχθρός του λαού! Θέλεις τώρα να ειδοποιήσω την υπηρεσία να έρθουν να σας συλλάβουν και τους δυό; Τόξερα πως εσείς οι εργάτες είσαστε κουμούνια, ταραξίες, τώρα θα σας δείξω εγώ τι θα πάθετε...

Κι έκανε να μπεί μέσα από το παράθυρο να κάνει το καθήκον του όπως του είχανε πεί από την υπηρεσία, να παρακολουθεί τους πάντες παντού και ν' αναφέρει αν πέσουν στην αντίληψη του ύποπτες κινήσεις...

Ο γέρος μου πρέπει να θύμωσε και να οργίστηκε πολύ με τον κόπανο μπάτσο που παρέμβηκε ακάλεστος, πιο πολύ νομίζω πειράχτηκε πως τους είπε "κουμούνια" αφού το μόνο καλό στην φτώχεια τους ήταν πως δεν έπεσαν ποτέ στον κομμουνισμό, όπου πληρωμένοι "καθοδηγητές" θα τους έβαζαν να κολλούν αφίσες και να κάνουν ταραχές στους δρόμους για δικά τους σχέδια, χωρίς όμως ν' αλλάζει τίποτα στην φτώχεια τους και την ζωή τους. Αγωνίζονταν να ζήσουν όπως - όπως με σκληρό 10ωρο μεροκάματο 60 δραχμών/μέρα, όταν η κρέμα μου Nutricia έκανε 20 δραχμές/κουτί, δεν ήταν διαθέσιμοι και για άλλον αγώνα για να αλλάξουν οι "αποφασίζοντες" χρώμα απο μαύρο (χακί τότε) σε κόκκινο. Δεν εξαρτώτανε ποτέ από κόμματα, ιδίως εκείνο, που ήταν και παράνομο τότε...

Άρπαξε από την ίδια γωνιά της αυλής μας με τα πράγματα ένα αρκετά χοντρό σίδερο από αυτά που βάζανε στις ταράτσες των οικοδομών για οπλισμό και το λύγισε με τα χέρια του κάνοντας το φουρκέτα στην αρχή και συνέχισε κάνοντας άλλες 2 στροφές. Πέταξε κάτω το στραπατσαρισμένο σίδερο που ποτέ πια δεν θα ξαναγινόταν ίσιο και είπε στον αποσβολωμένο μπάτσο που παρακολουθούσε τη σκηνή, την μοναδική φράση που αξίζει να θυμάμαι από αυτόν:

- Γιάε, αν γενείς αιτία να έχω προβλήματα εγώ, η οικογένεια μου κι ο φίλος μου, θα σου σπάσω τον λαιμό σαν το ξερό καλάμι. Θα ψοφήσεις επιτόπου χωρίς να βγάλεις άχνα κι ούτε θα σε βρούνε ποτέ. Θα σε βάλω σ' ένα μεγάλο τσουβάλι, θα το δέσω από τον μπόρο - μπόρο και θα σε βαστώ να σε πετάξω το πρωί που θα πάω στη δουλειά!

Τότε η δουλειά του ήταν να σπάζει πέτρες με τη βαριά σ' ένα νταμάρι στο Ακρωτήρι μαζί με άλλους εργάτες, που στην καρότσα του φορτηγού που τους ανέβαζαν και τους μετέφεραν στη δουλειά, κανείς τους δεν θα ρωτούσε για το τσουβάλι, ούτε νομίζω πως θα στενοχωριούνταν ιδιαίτερα αν μαθαίνανε το περιεχόμενο του. Μετά που θα το πετούσε οι κοράκοι και οι αρκάλοι δεν θ' άφηναν ίχνος από το κουφάρι σε 2 μέρες το πολύ, ακόμη και το τσουβάλι που είχε πάρει την μυρωδιά...

Αυτό ήταν! Η μαγική φράση που μας έδωσε την ησυχία μας. Ποτέ δεν ειδοποίησε την "υπηρεσία του" ο μπουνταλάς και δειλός μπάτσος. Ούτε χρειάστηκε να σύρει το κρητικό μαχαίρι του ο άλλος ο "εχθρός του λαού", μιας και κανείς τους δεν διέθετε πυροβόλα όπλα. Αποσύρθηκε μέσα και κοιμήθηκε ο μπάτσος, που τα υπόλοιπα χρόνια που έμεινε στην γειτονιά, ούτε μας ξαναμίλησε ούτε μας πείραξε...

Κοιμήθηκε στο πάτωμα και ο νυχτερινός επισκέπτης μας, στο δωμάτιο μου που είχε χώρο όπου του έστρωσε η μάνα μου. Το πρωί αφού ήπιε το γάλα του μαζί μας έφυγε, άγνωστο για πού...

Υπήρχε πάντως τότε τάξη αν και κουτσούρια όρθια οι μπάτσοι ίδiα ως σήμερα, που πήγαιναν φτωχοί να καταταγούν και χαλούσαν στην "υπηρεσία" κάνοντας τους διώκτες και τους τιμητές. Θυμάμαι έναν ακόμη , που περνούσε πεζός από τη γειτονιά χωρίς οπλισμό, απλά με τα ρούχα του και το πηλίκιο μα η παρουσία του μόνο επέβαλλε τάξη και σιωπή σε μικρούς και μεγάλους, πόσο μάλλον σε όσους σκέφτονταν να μικρο-παρανομήσουν, διαρρήξουν, κλέψουν, κλπ.

Μια χαρακτηριστική του φράση που μια μέρα είπε φωναχτά στους δρόμους, δεν ξέρω με την ευκαιρία ποιάς εκδήλωσης τότε, απευθυνόμενος γενικά σε όλους τους ανθρώπους που τον άκουγαν, ήταν:

- Σηκωθείτε από τις καρέκλες σας και πηγαίνετε στο γήπεδο, θα έχουνε γιορτή και θα ρίξουν και κανονιές, αφήστε ανοιχτά τα τζάμια των παραθύρων μην σπάσουνε, μην σας νοιάζει εγώ θα είμαι εδώ να βλέπω τα σπίτια σας...Και μετά να πάτε στην αγορά όπου θα χορέψουνε οι βρακοφόροι, θα είναι και ο Παττακός μαζί να σπάσετε πλάκα!

Φεύγανε οι γειτόνοι τότε βάζοντας τις καρέκλες τους μέσα και κλείνοντας βιαστικά πόρτες μα όχι παράθυρα, άντρες και γυναίκες υποχρεωτικά, μα έβρισκαν τα σπίτια τους άθικτα όταν επέστρεφαν, μιας και διαρρήκτες απλά δεν υπήρχαν ή δεν τολμούσαν, δεν έχει καμμιά σημασία...

Στο γήπεδο όταν καθίσαμε στην τσιμεντένια κερκίδα γινότανε κάποιο νταλαβέρι με στρατιώτες, μουσικές, δάδες με φωτιές, ασκήσεις και φορτηγά με κανόνια, θεατές αρκετοί έστω και με το ζόρι, ξεπουλούσε και κείνος ο ρουφιάνος ο Ηρακλής τα σάμαλι και τις πορτοκαλάδες του, μα δεν μου είπανε ποτέ οι γέροι μου τι είδους γιορτή ήταν αυτή, που αχνά μόνο θυμάμαι πως κρυβόμουν όταν ακούγονταν κανονιές αφού ήμουν μόνο 4 χρονών...

Ούτε ακόμη μου εξήγησαν γιατί ο γέρος μου με σήκωνε ψηλά έπειτα στην πλατεία της αγοράς, να δώ έναν κοντό φαλακρό να χοροπηδά πρώτος - πρώτος σε μια σειρά από γίγαντες ντυμένους με κρητικές φορεσιές και γύρω οι άνθρωποι να κουνάνε σημαιάκια υπό την βλοσυρή επίβλεψη πολλών μπάτσων...

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ 1821...


Οι μορφές του αγώνα που όλοι αναγνωρίζουμε και τιμούμε και μια επισήμανση ακόμη...

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ 1821...


Ο στρατηγός Μακρυγιάννης για το 1821
αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα:

"Οι περισσότεροι πολεμούσαν με τα ξύλα και χωρίς τα αναγκαία. οί Τούρκοι ήταν πλήθος και γυμνασμένοι. οι δυστυχείς Έλληνες ολίγοι κι αγύμναστοι νίκησαν...Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίοι. Εις τις πρώτες χρονιές εφοδίαζαν τα κάστρα των Τούρκων τους κατάτρεχαν ολοένα... Γενναίοι προπατέρες, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Λεωνίδα κι επίλοιποι γενναίοι άντρες περηφανεύεστε όπου κάμετε τόσα μεγάλα κατορθώματα και σας εγκωμιάζει όλος ο κόσμος δεν τα κάμετε εσείς μόνοι σας.oι στρατιωτικοί και πολιτικοί σας βοηθούσαν, σας βοηθούσαν οι φιλόσοφοι με αρετή, με φώτα πατριωτικά."

"Εγινα ως δεκατέσσερων χρονών και πήγα εις έναν πατριώτη μου εις Ντεσφίνα. 'Ηταν ο αδελφός του με τον Αλήπασια και ήταν ζαπίτης αυτός εις την Ντεσφίναν. Στάθηκα με κείνον μιαν ημέρα. 'Ηταν γιορτή και παγγύρι τ'Αγιαννιού. Πήγαμεν εις το παγγύρι, μόδωσε το ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω, ετζακίστη. Τότε μ' έπιασε σε όλον τον κόσμον ομπρός και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν μ' έβλαβε το ξύλο τόσο, περισσότερον η ντροπή του κόσμου.

Τότε όλοι τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα. Αυτό το παράπονον δεν ηύρα άλλον κριτή να το ειπώ να με δικιώση, έκρινα εύλογον να προστρέξω εις τον Αϊγιάννη, ότι εις το σπίτι του μό' 'γινε αυτείνη η ζημία και η ατιμία. Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειω την πόρτα κι' αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες, τ' είναι αυτό οπού 'γινε 'σ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι' ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον.

Η πατρίς της γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο το χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον λόγκον.

Φορτώνοντας τα ξύλα 'σ το νώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις το χωριόν. Σε κάμποσον καιρόν έγιναν τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου.
Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από 'να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ' έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ' έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τουςλέγει, "Η αμάρτία του βρέφους θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε... το παίρνω κι' αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομε κι' ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα 'λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο οπού πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά.

Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με βάλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες τον χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι' άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάμω αυτό το έργον και μ' έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς. Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμεν εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδειά και εις τον ίδιον αφέντη. Και την ίδια 'πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε δια να γλυτώσω από αυτήν την 'πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ'άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου μητέρας και έφευγα μέσα τις ράχες. Και μ' αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτείνη η 'πηρεσία μ' είχε καταντήση να χαθώ.

'Εγινα ως δεκατέσσερων χρονών και πήγα εις έναν πατριώτη μου εις Ντεσφίνα 'Ηταν ο αδελφός του με τον Αλήπασια και ήταν ζαπίτης αυτός εις την Ντεσφίναν. Στάθηκα με εκείνον μιαν ημέρα. 'Ηταν γιορτή και παγγύρι τ'Αγιαννιού. Πήγαμεν εις το παγγύρι, μόδωσε το ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω, ετζακίστη. Τότε μ' έπιασε σε όλον τον κόσμον ομπρός και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν μ' έβλαβε το ξύλο τόσο, περισσότερον η ντροπή του κόσμου.

Τότε όλοι τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα. Αυτό το παράπονον δεν ηύρα άλλον κριτή να το ειπώ να με δικιώση, έκρινα εύλογον να προστρέξω εις τον Αϊγιάννη, ότι εις το σπίτι του μό' 'γινε αυτείνη η ζημία και η ατιμία. Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειω την πόρτα κι' αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες, τ' είναι αυτό οπού 'γινε 'σ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι' ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον.

Σε ολίγον καιρόν γράφει ο αδελφός του αφέντη μου από τα Γιάννενα ότι θέλει ένα παιδί να του κάνη χοσμέτι. Μ' έστειλαν εμένα, τα 1811. Τον πάντρεψε αυτόν ο Αλήπασσας εις την Αρτα. 'Εκατζε κάμποσον καιρόν εις 'Αρτα, τον γύρεψε ο Αλήπασσας να πάγη, ότι τον αγαπούσε και τον είχε εις τα μυστικά του γράμματα. 'Ηταν τίμιος άνθρωπος, τον λένε Θανάση Λιδορίκη. Τότε γυρεύει να μ' αφήση εις το σπίτι του εμένα, δεν ήθελα να κάτζω. Μου είπε: "Θα κάτζης και με το στανιόν". Αυτό δεν μπορούσα να το αποφύγω, οτ'είχε την δύναμη. 'Εκατζα με συμφωνίες ότι εγώ ως δούλος δεν κάθομαι. "Κάνω την 'πηρεσία του σπιτιού σου, όμως θα γνωριστώ και με τους κατοίκους να δανειστώ, να κάμω και εμπόριο, ότ' είμαι γυμνός, να ντυθώ. Αυτός ήταν φιλάργυρος, δεν μό'δινε τίποτας).

Πρώτη συμφωνία αυτείνη, του είπα, και δεύτερον τα ψώνια του σπιτιού σου να βαστάη η γυναίκα σου τα χρήματα και τον λογαριασμόν, ξέρει γράμματα, και να μου δίνη να της ψωνίζω, να ζυάζη όταν φέρνω το ψώνιο και ό,τι κάνει να πλερώνη. Το ίδιον και εις τ' άλλα τα ψώνια, να μην με λέτε ότι σας έκλεψα, ότι τώρα με βλέπετε γυμνόν και αύριονντυμένον και θα λέτε ότ' είμαι κλέφτης. 'Εκατζα μ' εκείνες τις συμφωνίες οπού του είπα και έκαμα 'σ αυτόν δέκα χρόνους. Μό' 'δωσε και αυτός δια μιστόν τετρακόσια γρόσια όλα. Του ζήτησα ένα δάνειο και μου τό' 'δωσε με τόκον τα δέκα δώδεκα τον χρόνον. Του 'φκιασα ομολογία και την έχω ως σήμερον. Αυτό το τζιρακλίκι μό' 'καμε κι' αυτός.

Εκεί 'μπρός εις το σπίτι του ήταν μία πιάτζα και μαζώνονταν οι άρχοντες, οι έμποροι, και κάθονταν ως τα μεσάνυχτα το καλοκαίρι. Τότε εγώ έβανα και καθάριζαν το μέρος εκείνο, τους έδινα και ό,τι τους χρειάζονταν, τους καλόπιανα. Γνωρίστηκα μ' όλους αυτούς και με τους προεστούς των χωριών. Ζήτησα από αυτούς τους προεστούς και εμπόρους ένα δάνειον και με δάνεισαν πεντέξι χιλιάδες γρόσια, είχα και εγώ ως τότε καπετάλι εικοσιτέσσερα γρόσια, τα προστοίχησα εις τους χωργιάτες και έπιασα βρώμη τον χειμώνα, να την λάβω εις τ' αλώνια. Την πιάνω τέσσερα γρόσια το ξάι, την σύναξα εις τ' αλώνια (και ήταν έλλειψη) και την πουλώ δεκαέξι. Πιάνω όλα αυτά τα χρήματα. Την άλλη χρονιά τον χειμώνα τα πιάνω αραποσίτι από έντεκα γρόσια το ξάι, το συνάζω εις τ'αλώνια, το πουλώ εις την 'Αρτα τριάντα τρία. 'Οτ' ήταν πανούκλα εις την 'Αρτα και ήταν έλλειψη το ψωμί.

Τότε έφκιασα ντουφέκι ασημένιον, πιστιόλες και άρματα και ένα καντήλι καλό. Και αρματωμένος καλά και συγυρισμένος το πήρα και πήγα εις τον προστάτη μου και ευεργέτη μου κι' αληθινόν φίλον, τον Αϊγιάννη, και σώζεται ως τον σήμερον - έχω και τ' όνομά μου γραμμένο εις το καντήλι. Και τον προσκύνησα με δάκρυα από μέσα από τα σπλάχνα μου, ότι θυμήθηκα όλες μου τις ταλαιπωρίες οπού δοκίμασα...

'Υστερα άρχισα το εμπόριον και μ' είχαν οι κάτοικοι Ρωμαίγοι και Τούρκοι ως ταμίαν και καζάντησα του Θεού τα ελέγη και έφκιασα εκεί σπίτι, υποστατικά, και είχα και μετρητά και ομολογίες πλήθος και τις έχω ως σήμερον περίτου από σαράντα χιλιάδες γρόσια. Και το κιμέρι μου γιομάτο. Απόχτησα ό,τι ήθελα και δεν είχα την ανάγκη αλλουνού. 'Εκατζα εις 'Αρτα ως δέκα χρόνια, έκαμα πολλούς φίλους.
Εκεί είχα φίλον και έναν σακελλάριον ύστερα έγινε οικονόμος. Τον είχα στενόν φίλον, ότι η συντροφιά μου ήταν με τους καλύτερούς μου. Αυτός ο οικονόμος μ' είχε καλύτερα από τα παιδιά του, και νύχτα και ημέρα από το σπίτι του δεν έλειπα. 'Οτ' ήταν ένας τοίχος με το σπίτι του πατριώτη μου και πλησίον και εκείνο οπού αγόρασα εγώ δικό μου από 'ναν δυστυχή άρχοντα.

Πολύ προκομμένος οικονόμος, δεν ήταν άλλος εις την 'Αρτα τοιούτος και είχε και τέσσερα παιδιά σερνικά. Το ένα απ' αυτά ήταν εις την Ευρώπη οπού σπούδαζε, και ήταν φίλος και αγαπημένος του Καποδίστρια. Το παιδί έσωσε τα έξοδά του και ζήτησε του Καποδίστρια να πάγη να σπουδάξη την γιατρική. Του λέγει ο Καποδίστριας, ότι κάτι καταγινόμαστε να λευτερώσωμεν την Ελλάδα, και αν τελειώση αυτό, δεν σου χρειάζεται η γιατρική, και αν μείνη, σου στέλνω από την Ρωσσίαν τα μέσα και πας και σπουδάζεις. Και αν γίνη αυτό, σου γράφω και ανταμωνόμαστε. Το παιδί ήρθε εις 'Αρτα, το είπε του πατέρα του αυτό και έφυγε πίσω δια Κορφούς. Πέρασε κάμποσος καιρός, του γράφει ο Καποδίστριας και πήγε κι' ανταμώθηκαν, και τον κατήχησε δια την πατρίδα το μυστικόν.

Και επειδή ο Αλήπασσας ήταν πολλά δυνατός και αγόρασε την Πάργα και άλλες ακαταστασίες έκανε, του επισώρεψαν εγκλήματα αναντίον του να μαχευτή με τον Σουλτάνον. Του ενέργησαν πολλά από αυτά και άξαινε η διχόνοια του Σουλτάνου και αυτεινού. 'Ηρθε το παιδί εις 'Αρτα κατηχημένο, ορκίζει τον πατέρα του και φεύγει οπίσω. Ο πατέρας του θέλει να βάλη κ' εμένα εις το μυστήριον. Παίρνει να μ' ορκίση και πάλι μετανογούσε και αυτό μου τό' 'καμε πολλές φορές. Τότε και εγώ πείσμωσα αναντίον του και του λέγω: "Σου πέρασε υποψία οτ' ειμαι άτιμος του σπιτιού σου και ντρέπεσαι να μου το πεις; Και όντως είμαι άτιμος αν ματαπατήσω εις την πόρτα σου!" Και σηκώθηκα και έφυγα. Φωνάζει ο παπάς, εγώ δεν ματαγύρισα οπίσω. Πέρασαν δυο τρεις ημέρες, ήρθε, ξαναήρθε, δεν ματαζύγωσα.

Αφού ήρθε πολλές φορές, με δάκρυα εις τα μάτια μου τ' αποκρίθηκα: "Δια μένα να σου περάσει κακή ιδέα, το παιδί σου;" Εκλαψε κι' αυτός και με περικάλεσε να πάμε μαζί και ύστερα να μην ματαπάγω, σαν μου ξηηθή. Πήγα. Κατεβάζει τις εικόνες όλες και μ' ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον. Αφού προχώρεσε, τότε τ' ορκίστηκα ότι δεν θα το μαρτυρήσω κανενού, όμως να μου δώση καιρόν οχτώ ημέρες να συλλογιστώ αν είμαι άξιος δι' αυτό το μυστήριον και αν μπορώ να ωφελήσω, να το λάβω, ή να κάτζω, είναι σα να μην το ξέρω ολότελα.

Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες - θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα: "Είμαι άξιος". Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα. Τον περικάλεσα να μη μου μαρτυρήση τα σημεία της κατήχησης, ότ' είμαι νέος και να μην αντέσω και λυπηθώ την ζωή μου και προδώσω το μυστήριον και κιντυνέψη η πατρίς. Συφωνήσαμεν και εις αυτό και μου είπε ότι όθεν δουλέψω, χρήματα... και κατάχρησες δεν μπορώ να κάμω, όμως να παίρνω από 'να αποδειχτικόν, αυτά τα πλούτη να κάνω.

Και η ευκή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν μ' άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ. Τράβησα δεινά, πληγές και κιντύνους, όμως είμαι καλά σαν θέλει ο Θεός. Του είπα: "Ολα θα πάνε καλά, όμως ο Αλήπασσας είναι πολύ δυνατός και θα μας κιντυνέψη αυτός, ότι είναι οι καπεταναίοι μ' αυτόν". Μου είπε τα αίτια και σε ολίγον καιρόν θέλησε ο Θεός και τον κλείσανε παντού, εις τα 1820.
Μπήκα 'σ το μυστικόν και αναχώρησα από τον πατριώτη μου και πήγα εις το σπίτι μου και εργαζόμουνε δια την πατρίδα μου και θρησκείαν μου να την δουλέψω 'λικρινώς, καθώς την δούλεψα, να μην με ειπή κλέφτη και άρπαγον, αλλά να με ειπή τέκνο της και εγώ μητέρα μου.

Ο Σουλτάνος διόρισε τον Χουρσίτ πασσά αρχιστράτηγον με πολλούς πασιάδες να πολιορκήσουνε τον Αλήπασια και γιόμωσαν τα Γιάννενα και η 'Αρτα Τούρκους και Αρβανίτες και άρπαγους και παραλυμένους, πήραν πολλές γυναίκες Ρωμαίγισσες στανικώς, πήραν και μίαν δούλα του πατριώτη μου και ήθελαν να του πάρουν και την γυναίκα του. 'Ηταν ωραία και θα την έπαιρνε ένας πασσάς οπού ήταν εις την 'Αρτα, τον έλεγαν Χασάνπασια, κακός άνθρωπος, αυτός και ένας, τον έλεγαν Μπαμπάπασια, αφάνισαν την τιμή και πλούτη των ανθρώπων.

Αυτός ο Μπαμπάπασιας έπιασε τον πατριώτη μου κ' εμένα και μας φυλάκωσε και γύρευε να μας χαλάση, και με πολλές πλερωμές οπού 'καμε ο πατριώτης μου σωθήκαμε. Και αφού σωθήκαμε, του είπα να φύγωμε να πάμε εις την πατρίδα μας, εις το Λιδορίκι, να σωθούμε. Δεν μ' άκουσε, άκουγε τις γυναίκες και έπαθε πολλά. Και από αυτό αναχώρησα από αυτόν. 'Υστερα τον κιντύνεψε και ο Χασάνπασσας και έφυε κρυφίως και άφησε την φαμελιά του εις 'Αρτα, και θα του την έπαιρνε αυτός γυναίκα. Και ήταν γκαστρωμένη, ετοιμόγεννη, και την άφησε όσο να γεννήση, να την πάρη.

Αφού ήταν πολλή Τουρκιά εις 'Αρτα και Πρέβεζα και Σούλι και άλλα μέρη της 'Ηπειρος οπού τα βαστούσε ο Αλήπασσας, καθώς και 'σ τα Γιάννενα, ήταν παντού δύναμες μεγάλες του Σουλτάνου και βάλαν και σφίξη και μάζωναν και τ' άρματα των Ρωμαίγων και να βουλώσουνε και τον πάλτο της μπαρούτης, του μολυβιού, των στουρναριών της 'Αρτας. Και αυτόν τον πάλτο τον είχε ένας αγαθός άνθρωπος, φίλος μου στενός, κάναμε εμπόριον μαζί, Γιωργάκη Κοράκη τον έλεγαν, συγγενής των αγαθών και καλών πατριώτων Ζωσιμάδων.

Αφού τον ήξερα τίμιον άνθρωπον, ρώτησα τον Οικονόμο και τον μακαρίτη Γώγο Μπακόλα και Σκαρμίτζο, ότι μπήκαν και αυτείνοι εις το μυστήριον (γενναίοι άντρες και αγαθοί πατριώτες) και αφού τους ρώτησα, δεν ήθελαν να τον βάλουν εις το μυστήριον τον Κοράκη, ότι φοβώνταν να μην τους προδώση το μυστήριον. Και πολεμοφόδια δεν είχαμε τελείως 'σ εκείνα τα μέρη, και ο τόπος όλος πιασμένος, και θα κάναμε επανάστασιν χωρίς πολεμοφόδια, και τα περισσότερα ντουφέκια με σκοινιά δεμένα.

Τότε αποφασίζω μόνος μου, χωρίς να ρωτήσω τους άλλους, και ορκίζω τον παλταδόρο, τον αγαθόν πατριώτη, και αδειάσαμε όλον τον πάλτο και πήραμε το μπαρούτι, μολύβι και στουρνάρια. Και είχα δυο κρυψώνες εις το σπίτι μου και αυτός εις το σπίτι του και τα κουβαλήσαμε εκεί και κάτι ολίγον αφήσαμε μέσα εις τον πάλτο. Και η θεία χάρη, δόξα να έχει, στράβωνε τους Τούρκους και δεν βλέπαν οπού τα κουβαλάγαμε. Και έβαλε χρήματα ο αγείμνηστος Κοράκης -ότι ύστερα εχάθη- και εγώ και αγοράζαμε με τρόπον άρματα και τα κρύβαμε εκεί οπού 'χαμε το μπαρούτι και εις τα ταβάνια των σπιτιών μας, και αρματώναμε τους Εφτανησιώτες και άλλους και τους δίναμε και πολεμοφόδια και τους...εις τους καπεταναίους, όθεν έκανε χρεία, δίναμε και των ίδιων καπεταναίων.

Αφού εβήκε ο Χουρσίτ πασσάς από την Πελοπόννησο, οπού 'ταν εκεί, και διατάχτη δια τον Αλήπασσα και πήρε και όλα τ' ασκέρια μαζί του, και εις την Πελοπόννησο μείναν πολλά ολίγοι, άρχισαν να υποπτεύωνται από την Πελοπόννησο οι ντόπιοι Τούρκοι, ότι άρχισαν οι Πελοποννήσιοι και κομμανταρίζονταν δια την επανάσταση. 'Εβαιναν υποψία και δια την Ρούμελη. Εμείς λέγαμε, δεν είναι τίποτας, αλλά αγρίεψε ο ραγιάς εις την Ρούμελη από τόσον πλήθος Τουρκιάς, οπού γιόμωσε όλος ο τόπος εξ αιτίας του Αλήπασσα και αφανίστη ο τόπος από τις αγγάρειες και γύμνωμα των κόσμων. Και με ταύτο τους αποκοιμούσαμε. 'Ομως αφανίστη και όντως ο τόπος όλος της Ρούμελης και κατεξοχή Γιάννενα και 'Αρτα και όλα εκείνα τα μέρη τα ρήμαξαν όλως διόλου.

Οι ντόπιοι Τούρκοι της Πελοπόννησος έγραφαν την υποψίαν για τους Ρωμαίγους του Χουρσίτ πασσά και να πάρη μέτρα δι' αυτό ο Χουρσίτ πασσάς. Τότε εμείς στενά πολιορκημένοι από τους Τούρκους παντού, και δεν μαθαίναμε και τίποτας, ευρέθη εύλογον από τον Οικονόμο της 'Αρτας και Γώγο και Σκαρμίτζο να στείλουν εμένα ως πραματευτή να πάγω εις Πάτρα και από 'κεί να περάσω εις την ανατολική Ελλάδα ν' ανταμώσω πρώτα τον Διάκο, να τον ρωτήσω δια τα τρέχοντα και να του ειπώ να βαρέσουνε σε όλα αυτά τα μέρη, και να πάγω να μιλήσω και με τον Πανουργιά και άλλους καπεταναίους να βαρέσουνε αυτείνοι και οι Πελοποννήσιοι, να τραβηχτή κάμποση Τουρκιά, να βαρέσουμε και εμείς εκεί τότε.

Τον Μάρτιον μήνα, τα 1821, πήρα κάμποσα χρήματα και πέρασα εις την Πάτρα. Οι Τούρκοι υποψιασμένοι, να 'βλεπαν Ρουμελιώτη, κιντύνευε, άρχισαν να με ξετάζουν οι Ρωμαίγοι ανόγητα μέσα εις το κονσουλάτο το Ρούσσικο οπού 'ταν κόνσολας ο Βλασσόπουλος. 'Ημουν κονεμένος 'σ του Ταταράκη το χάνι ονομαζόμενον. 'Ηταν εκεί και Γιαννιώτες, οπού κάθονταν, και Αρτηνοί. Πήγα εις το κονσουλάτο, τους είπα τα τρέχοντα της Ρούμελης και το κακό οπού 'παθε ο Αλήπασσας, είχαν βγη από το κάστρο αναντίον των βασιλικών ει την πολιτείαν των Γιαννίνων και του σκότωσαν πλήθος του Αλήπασσα, του χάθη όλο τ' άνθος οπού 'χε.

Αυτείνοι δεν πίστευαν τίποτας απ' όσα τους έλεγα, αλλά τον ήθελαν νικητή να τους λευτερώση, αυτός ο τύραγνος να φέρη το Ρωμαίγικον και την λευτεριά της πατρίδος - και αν έβγαινε αυτός, δεν θ' άφινε μήτε ρουθούνι από 'μάς. Σαν τους είπα πολλά και δεν πίστευαν, αναχώρησα και πήγα 'σ έναν μεγάλον έμπορον πως ψωνίζω πράμα, να σηκώνω κάθε υποψία όσο να ξετάξω τα τρέχοντα εκεί, να μάθω.
Αφού πήγα εις τ'αργαστήρι του, μου είπε ο έμπορος: "Ψώνισε ό,τι θέλεις και ό,τι σε βαστάξη η ψυχή πλέρωσε". Αφού ψώνισα ό,τ' ήθελα, με πήρε να πάγω εις το σπίτι του να φάγω και να κοιμηθώ εκεί. Πήγα, με ρώτησε. 'Αρχισε να μου κάνη τα σημεία της Εταιρίας, τότε άρχισα να τον ορκίζω και του είπα πως δεν τα 'μαθα από τον σακελλάριον. Τότε του είπα όσα εγώ ήξερα από την Ρούμελη και αυτός της Πελοπόννησος.

Τον ρώτησα αν είναι άργητα ακόμα και αν έχουν ετοιμασίες. Μου είπε: "Οι Τούρκοι άρχισαν να υποπτεύωνται και δεν είναι δέκα ημέρες οπού ζήτησαν ένα δάνειον και τους έδωσα εκατόν πενήντα χιλιάδες γρόσια ως δανεικά να τους αποκοιμάμε. 'Ομως, μου λέγει, το πράμα δεν δέχεται άργητα" Του λέγω: "Σαν είναι αυτό, τι ετοιμασία έχετε;" Μου είπε: "Του Κολοκοτρώνη στείλαμε κάμποσα χρήματα εις την Ζάκυθο και ήρθε με καμμίαν τριανταριά ανθρώπους και είναι εις την Μάνη. Και άλλη ετοιμασίαν δεν έχομε"

Του λέγω: "Αυτά τα χρήματα, όπου βλέπω θεμωνιά τάλλαρα (και γράφαν και πέντ' έξι γραμματικοί), δεν τα στέλνεις πουθενά να χρησιμέψουν δια του λόγου σου και δια την πατρίδα;" Μου λέγει: "Τι στοχάζεσαι, αυτό το Ρωμαίγικο θα κάμη άργητα να γένη; Θα κοιμηθούμε με τους Τούρκους και θα ξυπνήσουμε με τους Ρωμαίγους" Είπα και εγώ: "Μεγάλοι άνθρωποι, ξέρετε μεγάλα πράγματα. Εγώ μικρός, ξέρω ολίγα, κάμετε ό,τι σας φωτίση ο Θεός". Κοιμήθηκα. Την αυγή πήγα να ψωνίσω ό,τι μόλειπε.

Ο ζαπίτης έμαθε οπού πήγα και με γύρευε παντού. Αντίς εμένα, έπιασαν έναν του Βαρνακιώτη και τον πήγαν. Τον ξέτασε, είδε ότι δεν ήταν εκείνος. Είπε: "Οχι αυτόν, έναν άλλον. Εκείνος είναι τζασίτης φερμένος εδώ και να τον πιάσετε να τον κρεμάσω, να πάθη ό,τ' ήρθε γυρεύοντας εδώ". Τα είπε ο άνθρωπος του Βαρνακιώτη αυτά εις το χάνι και ήρθαν οι Αρτηνοί και μου το είπανε και πήγα εις το κονσουλάτο το Ρούσσικον και είπα τα αίτια και να μείνω εκεί φυλαμένος. Δεν με βάσταγε ο κόνσολας. Μου λέγει, τέτοιες ώρες κιντυνεύει και αυτός.

Με το στανιό έμεινα ως το βράδυ και σουρπώνοντας να βγω. Μ'έβαλαν σε μια κάμαρη μέσα και με κλείσανε χωρίς να ζυγώνη κανείς. Μου 'ρθε να κατουρήσω, ήταν μια τρυπούλα εις το πάτωμα και κατούραγα. 'Ηρθε ένας δούλος και μ' έβρισε. Του είπα, είμ' άνθρωπος και δεν μπόρεσα να υποφέρω. Με ρωτάγει ο δούλος πούθεν είμαι. Του είπα από την Ρούμελη. Μου λέγει, και αυτός είναι από το Βραχώρι.
Τον περικάλεσα να μου ειπή αν ξέρη τον Κωνσταντίνο Γερακάρη (ότ' ήταν εκεί 'σ το κονσουλάτο, όταν με ξέταζε ο κόνσολας), να του ειπή να 'ρθη να τον ανταμώσω. Μου λέγει ο δούλος: "Εψές ήταν ο Δυσσέας εδώ και έφυγε. - Σύρε πες του Γερακάρη", του είπα. Πήγε του είπε και ήρθε. Του λέγω: "Να με πας βράδυ εκεί όπουναι ο Δυσσέας και θέλει μάθης χαμπέρια πλήθος, ότ' ήρθα δια τον Δυσσέα" Μου είπε να του τα πω πρώτα. Του είπα: 'Είμαι ορκισμένος και δεν τα λέγω αλλουνού".Εφυγε ο Γερακάρης.

Πήρε να νυχτώση. Μ' έβιαζαν να φύγω από το κονσουλάτο. 'Ισασα τις πιστιόλες μου, το γιαταγάνι μου, έκαμα την προσευκή μου, είπα και του παιδιού, μόφερε κάμποσο ρακί και ήπια ν' αυγατήση το σπίρτο και να βγω με το γιαταγάνι έξω, ας ήμουν και κιοτής. Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Τούρκοι του κονσόλου και άλλοι Τούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.
Και εγώ έλεγα να μην πιαστώ ζωντανός και με παιδέψουνε και βρεθώ μπόσικος και προδώσω τίποτας - καλύτερα να σκοτωθώ. Εκεί οπού ετοιμάζομουν να βγω, έρχεται ένας Κεφαλλωνίτης, μου λέγει: "Εσείσαι οπού ήσουν 'δω μέσα;" Του λέγω "Εδώ είναι πολλοί, ποιον γυρεύεις; ποιος σ' έστειλε;" Μου λέγει: " Ο Γερακάρης. - Εγώ είμαι" του είπα. Μου είπε: "Πάμε να κάνουμε δουλειά μας". Του λέγω: "Στην πόρτα φυλάνε Τούρκοι και τήρα από του περιβολιού τον τοίχο θα πέσω εγώ κάτου και εσύ να πας απόξω να φυλάς εκεί οπού θα πέσω, να φύγωμε, ότι δεν ξέρω τα σοκάκια".

Πήγε απόξω. Ρίχτηκα από τον τοίχο, ήταν ψηλός, μισοτσακίστηκα από τ' άρματά μου. Ο φόβος μ' έτρεχε καλύτερα από γερόν. Πήγαμε κάτου κατά την θάλασσα. Του είπα να πάμε από το μέρος των σταφίδων, μ' άκουσε, ότι 'στην Ντογάνα ήταν Τούρκοι και θα μας πιάναν. Του είπα να κρυφτώ εις τα χαντάκια να φωνάξη την βάρκα. 'Οτι ο Δυσσέος ήταν μέσα 'σ ένα μαρτίγο. Σαν του είπα να κρυφτώ, μου λέγει: "Τι βρωμόκωλοι είσται εσείς οι... Φοβάστε και από τον ίσκιον σας" Ντράπηκα πήγα μαζί του. Φωνάζει δια την φελούκα, μας βλέπουν οι Τούρκοι και μας στρώνουν να μας πιάσουνε. Θέλησε ο Θεός και ήταν μια φελούκα. Τους μίλησα και ριχτήκαμε μέσα και μας βάλαν απάνου 'σ την γολέττα τους. Πλάκωσαν και οι Τούρκοι. Πήραν και αυτείνοι τα τριμπόνια τους και αντιστάθηκαν.

'Υστερα με πήγανε κι' ανταμώθηκα με τον Δυσσέα και του είπα όλα τα τρέχοντα, και του είπα οπού θα πάγω και εις τον Διάκο και αλλουνούς και μου είπε ότι αγροικήθη αυτός και θα χτυπήσουνε, και πήρε πολεμοφόδια να πάγη εις το Ξερόμερον εις την Ζάβιτζα. Και μου είπε να πάμε αντάμα. Του είπα: "Θα ιδώ το τέλος εδώ και να πάρω και το ντουφέκι μου, όπου είναι 'σ το χάνι. Και θα πάγω χαμπέρι έξω ό,τι μάθω και μου είπες". Και ανεχώρησε την νύχτα.

Σε δυο ημέρες χτύπησε ντουφέκι 'στην Πάτρα. Οι Τούρκοι κάμαν κατά το κάστρο και οι Ρωμαίγοι την θάλασσα. Τότε πήρα καμμιά δεκαριά παιδιά από το καράβι με τ' άρματά τους και βήκαμε έξω. Εις την Ντογάνα κουβαλιώνταν ο κόσμος και γιόμωσε η θάλασσα γυναικόπαιδα, ως το λαιμό μέσα. Τότε βλέπω και τον φίλο μου τον πραματευτή, έφερνε 'στο 'να του χέρι την φαμιλιά του και 'στ' άλλο τα παιδιά του και τίποτας άλλο από τόσο βιον οπού 'χε - οπού θα ξύπναγε να βρη Ρωμαίικον. Μεγάλοι άνθρωποι, μεγάλα λάθη, οι μικροί θα κάμουν μικρά. Τους πήρα και τους πήγα μέσα εις το καράβι και τους παρηγορούσα.

Στάθηκα εκεί και την άλλη ημέρα και πέρασα εις Μισολόγγι. Ψώνισα λαμπάδες άσπρες, οπού είχε έρθη ένα καράβι από Τριέστι, και ρούμες και λάδι και καπνόν να πάγω ως πραματευτής εις την 'Αρτα, να ιδούνε οι Τούρκοι και να μην υποψιαστούν. Φόρτωσα το καϊκι, βήκα απόξω από το Βασιλάδι 'σ ένα λιμάνι πλησίον εκεί, το λένε Βούκεντρο. Ξημερώνοντας των Βαγιών, την νύχτα (ότ' ήταν καιρός ανάντιος) βλέπομε από αγνάντια 'σ την Πάτρα φωτιά πολλή, και κανονισμός και ντουφεκίδι.Το γιόμ έρχεται εκεί εις το πόρτο ο Βλασσόπουλος και άλλα καϊκια με φαμιλιές. Ρώτησα, μου είπαν, μπήκε ο Ισούφ πασσάς μέσα εις την Πάτρα και την ρήμαξε και αφάνισε τους κατοίκους.

'Εφυγα από εκεί την Μεγάλη Παρασκευή. Πήγα εις Πρέβεζα, πούλησα τις λαμπάδες και ρούμες και καπνό με μια μεγάλη τιμή. Το μεγάλο Σαββάτο την νύχτα, ξημερώνοντας Λαμπρή, πήγα εις 'Αρτα, αντάμωσα τους δικούς μας, τους είπα τα τρέχοντα. Φέραν και τα κεφάλια των Πατρινών εκεί, να τα πάνε του Χουρσίτ πασσά. Τότε πιάνουν κ' εμένα ως χαϊνην του Σουλτάνου, οπού ήμουν εις Μωριά, με πάνε εις το κάστρο της 'Αρτας. Μου περνούνε σίδερα εις τα ποδάρια και άλλους παιδεμούς, να μαρτυρήσω το μυστικόν. Εβδομήντα πέντε 'μέρες παιδεμούς.

Μας πάνε είκοσιέξι ανθρώπους να μας κρεμάσουνε και ο Θεός γλύτωσε μόνον εμένα. 'Ηταν Βονιτζάνοι και απ' άλλα μέρη και τους κρέμασαν όλους 'σ το παζάρι. Δια να με ξετάξουνε ακόμα και να τους μαρτυρήσω το βιον μου με γύρισαν οπίσω από την καταδίκη εις τον πασιά και με ξέταζε δια το δικό μου βιον και του πατριώτη μου. Με πήγαν πίσω εις το κάστρο, άλλη βολά να με χαλάσουνε, και μ' έβαλαν 'σ ένα μπουντρούμι. Και ήμαστε εκατόν ογδόντα άνθρωποι. Και ήταν σάπιο ψωμί μέσα και μαγαρίζανε απάνου 'σ το ψωμί, ότι αλλού δεν είχαμε τόπον. Και η ακαθαρσία εκείνη και τα χνώτα έκαναν μίαν βρώμα, οπού δεν είναι 'στην γης άλλη χειρότερη.

Και από την κλειδωνότρυπατης πόρτας βαίναμε τη μύτη μας και παίρναμε αγέρα. Και μόριχναν εμένα ξύλο και παιδεμούς πλήθος, και αφού πήγαν να με χαλάσουνε. Και από τα χτυπήματα επρίστηκε το σώμα μου και καντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. 'Εταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα. Μου δίνει έναν Τούρκον να πάμε εις το σπίτι μου. Καθώς πηγαίναμε στον δρόμον, πήγαινα κρατώντας και πολύ κουτζαίνοντας και βογγώντας.
Ο Τούρκος, βόδι θεοτικόν, και παντήχαινε θα μου βγη η ψυχή μου - δεν ήξερε ότ' είναι βαθιά. Πήγα εις το σπίτι, ξαπλώθηκα του πεθαμού. 'Ηρθε ο γιατρός, εγώ στοχάζομουν τον Τούρκο, πώς να του φύγω. Βγάνω και του δίνω τα χρήματα και του λέγω, του Τούρκου: "Σύρ' τα (τάχα κρυφά). Μου είπε να του τα δώσης να μην είναι άλλος". Τόδωσα και εκεινού καμμιά εκατοστή γρόσια. Τα πήρε, του λέγω: "Σύρ' τα (τάχα) εις το κάστρο και έλα όσο να μου φκειάση το γιατρικό ο γιατρός, να πάμε μαζί εις το κάστρο, ότι μόνος μου δεν βγαίνω έξω. Φοβώμαι από τους ντόπιους Τούρκους". Τα πήρε. Αυτός βγαίνοντας από την πόρτα, ετοιμάστηκα εγώ.

Του δίνω ένα φευγάκι και πάγω εις το κονάκι ενού ξαδέρφου του Αλήπασσα, τον λέγαν Σμαήλμπεη Κόνιτζα, ο Θεός μακαρίση την ψυχή του. Αφού μ' είδε, με λυπήθη πολύ. Του είπα τι δοκίμασα και αν με φυλάγη, να μη με δώση πίσω. "Ντουφέκι, είπε, έχω με τους Κονιάρους, εσένα δεν σε δίνω". Ευτύς μόδωσε άρματα και με πήρε με τ' ασκέρι του και πήγαμε εις το Κομπότι. 'Ηταν το Τούρκικον ορδί εκεί, είναι τρεις ώρες από την 'Αρτα. Αφού καθίσαμε εκεί κάμποσες ημέρες, αυτός ο δυστυχής αρρώστησε βαριά και ως ευεργέτης δικός μου τον συγύριζα καλύτερα από τον γονιόν μου. Αν ήθελα, από 'κεί έφευγα, ένα κάρτο ήταν οι δικοί μας αλάργα. 'Ομως είπα του ευεργέτη μου να μην του γένω άπιστος και τον αφήσω άρρωστον. Σηκώθη άρρωστος και εγώ μαζί του και πήγαμε πίσω εις την 'Αρτα - και αυτόν να δουλέψω όσο-να γερέψη και να γλυτώσω και την γυναίκα του αλλουνού ευεργέτη μου, του πατριώτη μου, οπού 'χα φάγη το ψωμί του τόσα χρόνια, και θα την έπαιρναν οι Τούρκοι να την τουρκέψουν. Και δι' αυτούς τους δυο ευεργέτες μου πήγα πίσω εις τον κίντυνον, μέσα εις την 'Αρτα. Αφού πήγαμε μέσα εις την 'Αρτα, μια ημέρα ήρθαν οι πασσάδες εις το κονάκι του μπέγη και όλοι ο σερασκέρηδες οι Αρβανίτες να τον ιδούν. Του λέγω του μπέγη δια την γυναίκα του πατριώτη μου, οπού θα την πάρη ο Χασάνπασιας.

Μιλεί των πασσάδων κι' αλλουνών, οτζάκια της Αρβανιτιάς, τους λέγει: "-Πασσάδες και Μπεηδες, θα χαθούμε. Θα χαθούμε! ο μπέγης τους λέει, ότι ετούτος ο πόλεμος δεν είναι μήτε με τον Μόσκοβον, μήτε με τον Εγγλέζο, μήτε με τον Φραντζέζο. Αδικήσαμεν τον ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε, και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι. Και ο Σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται, τον γελάνε εκείνοι οπού τον τρογυρίζουν. Και η αρχή είναι τούτη, οπού θα χαθή το βασίλειόν μας. Πλερώνομε βαριά να βρούμε προδότη και δεν στέκει τρόπος να μαρτυρήση κανένας το μυστικόν, να μάθωμε μόνος του ο ραγιάς μας πολεμεί ή και οι Δυνάμες. Δι' αυτό πλερώνομε και παλουκώνουμε και σκοτώνομε και αλήθεια ποτέ δεν μάθαμε".

Αφού τους είπε πολλά ο μπέγης από αυτά, τους λέγει ύστερα πως ο Σουλτάνος στέλνει πασιάδες τους πλέον παντίδους και γύμνωσαν τον κόσμο και του πήραν και τις γυναίκες. "Αυτείνοι θα φύγουν δια τον τόπο τους κ' εμείς θα μείνουμεν εδώ". Τότε έπιασε και για την γυναίκα του πατριώτη μου, πως γυρεύει να την πάρη ο πασσάς. Και τότε όλοι με μίαν φωνή είπανε και πήγαν και την πήραν από 'κεί οπού την είχε και την πήγαν εις το Αγγλικόν κονσολάτο να είναι φυλαμένη.

Αφού σιγούρεψα την γυναίκα και του αλλουνού ευεργέτη μου, μίαν ημέρα είχε κάψη πολλή ο δυστυχής μπέγης και πήγα δια τον γιατρό. Οι Τούρκοι φύλαγαν να με πιάσουνε εξ αιτίας οπού τους έφυγα από το κάστρο, και ο πασσάς έμαθε ότι εγώ 'νέργησα και δια την γυναίκα, φύλαγαν να με πιάσουνε να με κρεμάσουνε. Αφού πήγα δια τον γιατρό, μου ρίχτηκαν οι Τούρκοι. 'Ημουν ελεύτερος εις τα ποδάρια και τους έφυγα. Με πήγαν κυνηγώντα ως του μπέγη το κονάκι. Εκεί βγήκανε δικοί μας άνθρώποι, πιαστήκαμε από άρματα και εσώθηκα.

Αφού ξεγέρεψε ο μπέγης, του πήρα την ευκή του και του είπα: "θα φύγω". Δεν μ'άφινε. Του είπα: "Εγώ σαν ήθελα έφευγα και από το Κομπότι, όμως δεν τόκανα δια την τιμή μου". Αφού είδε όπου δεν θα καθώμουν, μόδωσε την ευκή του και μου είπε να ειπώ των καπεταναίων έξω 'στου Πέτα και αλλού νάχουν δικαιοσύνη εις τον κόσμον, να πάνε ομπρός. 'Οτι τοιούτως έκαναν αδικίγες οι Τούρκοι και θα χαθούν:
"Νάχουν αυτείνοι δικαιοσύνη, να πάρη τέλος να ησυχάσουμε και εμείς οι Τούρκοι, ότι πλέον μας έγινε χαράμι από τον Θεόν το βασίλειόν μας, ότι φύγαμε από την δικαιοσύνη του" Του φίλησα το χέρι να φύγω, μόδωσε χρήματα, του είπα: "Μπέγη μου, έχω και δεν θέλω, ότι έχεις έξοδα μεγάλα εις τους ανθρώπους σου".

Μόδωσε άρματα και με διάταξε να φέρνωμαι καλά και να πάγω με τον Γώγο, ότ' είναι άξιος και τίμιος και φίλος του, και να τους ειπώ των καπεταναίων να μην μπούνε εις την 'Αρτα, ότ' είναι πολλοί Τούρκοι και θα σκοτωθούν, όμως να τους κλείσουνε και φεύγουν μόνοι τους, ότι δεν έχουν ζαερέδες. Τον περικάλεσα και δια την γυναίκα του πατριώτη μου να την προσέχη και αναχώρησα τα 1821, μπαίνοντας ο Αύγουστος...

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ 1897...


Ο Κρητικός λαός κατά το διάστημα 1890 έως 1895 βρίσκεται σε δεινή κατάσταση καθώς πρέπει να αντιμετωπίσει τη βαριά φορολογία, την καταπίεση, τις βιαιοπραγίες και τις δολοφονίες από μέρος των Τούρκων.

Το νησί βρίσκεται και πάλι σε επαναστατικό αναβρασμό.

Στις 23 και 24 Ιανουαρίου του 1897 οι Τούρκοι βάζουν φωτιά στα Χανιά και σφάζουν τους χριστιανούς. Τότε εκατό περίπου επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στο Ακρωτήρι Χανίων, αποφασισμένοι να διεκδικήσουν με κάθε μέσο την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα...


Τις επόμενες μέρες έφτασαν στο Ακρωτήρι και άλλοι ένοπλοι, υψώνουν την Ελληνική σημαία και οργανώνουν επαναστατικό στρατόπεδο. Οι λόγοι της επιλογής του Ακρωτηρίου ήταν ότι βρισκόταν κοντά στα Χανιά και ότι οι κατέχοντες τη θέση αυτή μπορούσαν να παρακολουθούν κάθε κίνηση από την πόλη και προς αυτήν.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις ((Ιταλία, Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία, Αγγλία και Ρωσία) δεν αποδέχονται το αίτημα των επαναστατών και αποφασίζουν τη διεθνή κατοχή των πόλεων Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Η νέα αυτή εξέλιξη οδήγησε το βασιλιά Γεώργιο Α΄ και την κυβέρνηση Δεληγιάννη της Ελλάδας να επέμβουν άμεσα στέλνοντας στρατό στην Κρήτη.

Εκστρατευτικό σώμα 1500 ανδρών μ' επικεφαλής τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο, αποβιβάστηκε την 3η Φεβρουαρίου 1897 στο Κολυμπάρι κι ανακοινώνει την εντολή που έχει να καταλάβει το νησί στο όνομα του βασιλιά των Ελλήνων, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις τον ειδοποιούν να μην πλησιάσει τα Χανιά σε ακτίνα μικρότερη των έξι χιλιομέτρων.




Στις 9 Φεβρουαρίου 1897 ο Ιταλός Κανεβάρο επικεφαλής των ναυάρχων, άρχισε το βομβαρδισμό του επαναστατικού στρατοπέδου. Οι οβίδες δεν έχουν στόχο μόνο τους επαναστάτες Κρητικούς, αλλά και την Ελληνική σημαία που κυματίζει στο Ακρωτήρι.
Δύο φορές η σημαία πέφτει κάτω χτυπημένη από τις οβίδες των Μεγάλων Δυνάμεων, και ο επαναστάτης Σπύρος Καγιαλεδάκης ή Καγιαλές, την σηκώνει όρθια με κίνδυνο της ζωής του.

Όταν μια τρίτη οβίδα κάνει κομμάτια τον ιστό της σημαίας, τότε ο Καγιαλές κάνει το κορμί του κοντάρι και την σηκώνει ψηλά. Όταν οι ναύαρχοι με τα κιάλια είδαν την ελληνική σημαία να κυματίζει περήφανα με έναν άνθρωπο να την στηρίζει, άναυδοι με την παλικαριά του Κρητικού διέταξαν να σταματήσει ο βομβαρδισμός.


Ο ναύαρχος Κανεβάρο έγραψε αργάτερα στα απομνημονεύματά του: "η ανύψωση της σημαίας με αυτόν τον τόσο ηρωικό τρόπο, αποτέλεσε μια στιγμή της ζωής μου που δεν θα λησμονήσω ποτέ" κι είχε πει αυτοπροσώπως στον Ελευθέριο Βενιζέλο που πρωτοστατούσε στα γεγονότα της εποχής, πως έμεινε άναυδος από θαυμασμό για την ωραία αυτή και κατ' εξοχήν ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ - Καγιαλεδάκη, που εκείνη ακριβώς την ημέρα νίκησε κυριολεκτικά την Ευρωπαϊκή διπλωματία.

Γιατί προκάλεσε την άμεση παύση του βομβαρδισμού του Ακρωτηρίου, αλλά και την υποβολή από τους ναυάρχους ευνοϊκών εισηγήσεων προς τις κυβερνήσεις τους, με αποτέλεσμα μετά από λίγους μήνες να κερδίσει η Κρήτη την αυτονομία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1898), που προηγήθηκε της Ένωσής της με την Ελλάδα (1 Δεκεμβρίου 1913)...

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΛΙΟΝΤΑΡΙ Ή ΜΑΪΜΟΥΝΙ κ. ΒΟΥΛΕΥΤΗ;


Κύριε Βουλευτά αν έχετε συνειδησιακό πρόβλημα με τις επιλογές της ηγεσίας σας, αν αισθάνεστε ότι προδίδονται οι αρχές σας και προσβάλλονται οι αξίες σας, πολύ καλά κάνετε και βγαίνετε στα μέσα ενημέρωσης να το δημοσιοποιήσετε, ακόμη και αν μένετε μόνος.

Σύνηθες άλλωστε η ακεραιότητα και η ευθύτητα συγκατοικούν με την μοναξιά.

Αν όμως ο σκοπός σας είναι να βρίσκεστε όσο γίνεται περισσότερο, στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας μόνο για το θεαθήναι, τότε μη μας ζαλίζετε αδίκως.

Και μη μας θεωρείτε τόσο ανόητους τους (για σας) απλούς ανθρώπους, ώστε να μη διακρίνουμε το γελοίο του πράγματος. Ειδικά όταν ενώ παριστάνετε το λιοντάρι στο τηλεοτπικό γυαλί, ενώπιον του αρχηγού σας μεταβάλλεστε αυτομάτως σε κότα ή καλύτερα μαϊμούνι.

Κατά το σύνταγμα μας, οι βουλευτές είναι εκπρόσωποι του έθνους και όχι πρόβατα στο κομματικό μαντρί οιουδήποτε κόμματος. Δικαιούνται αλλά και υποχρεούνται να διαφωνούν όταν διαπιστώνουν ότι στραβά (κατά τα προεκλογικά διακηρυχθέντα) αρμενίζει η ηγεσία τους...

Το δικαίωμα στη διαφωνία όμως, είναι συνυφασμένο με την αυτονόητη υποχρέωση γενναιότητας.

Ώστε να γίνεται σαφές ότι η διαφωνία εδράζεται πράγματι επί πολιτικών άρχών και ηθικών αξιών. Και αν αυτό ισχύει μια φορά για τους απλούς βουλευτές, τότε ισχύει στο πολλαπλάσιο για όσους έχουν θέσεις εξουσίας. Για να μη μένει η εντύπωση ότι το δικαίωμα τους στην κριτική ασκείται απλώς εκβιαστικά, ότι δηλαδή προσφέρεται προς αντιπαροχή κάποιου χαρτοφυλακίου...

Ακόμη δε χειρότερα όταν τα λέτε από την μια στους δημοσιογράφους και μάλιστα εγγράφως, σπεύδετε δε να τα ανακαλέσετε από την άλλη, μόλις απειληθούν επιτίμια και κομματικές ποινές. Φτάνοντας μάλιστα ως το ουδόλως ανδροπρεπές κατάντημα να τα ρίχνετε στην γραμματέα σας που τάχα έστειλε ένα φαξ μερικές ώρες αργότερα...

Λοιπόν ή επαναστατήστε με τόλμη στη καλύτερη ευκαιρία που θα σας δοθεί, ή καθίστε στ' αυγά σας όπως άλλωστε μας έχετε συνηθίσει μη τυχόν χάσετε την έδρα και τα προνόμια...

Γιατί να ξέρετε από πολιτικά κωμικά κουτσαβάκια μπουχτίσαμε!

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ...

1.
Σε μιά χώρα που σκοτώνει τα παιδιά της
από αντίδραση το παίζω επαναστάτης
σ' ένα κόσμο που οι μεγάλοι
τον κατάντησαν φριχτό
την δική τους την ξεφτίλα
δεν μπορώ να ανεχτώ.

**************************************
Στους μεγάλους δρόμους
παίζω με τους νόμους
κλέφτες κι αστυνόμους
μπαίνω φυλακή.

Στους μεγάλους δρόμους
απορρίπτω νόμους
και σε άλλους κόσμους
κάνω νέα αρχή.
****************************************

2.
Σε μιά χώρα που ολοένα καταρρέει
δεν μπορώ να βρώ εγώ αυτό που φταίει
πως για όλα φταίνε οι άλλοι
μου ζητάτε να δεχτώ
σε μιά τέτοια κοινωνία
δεν γουστάρω να ενταχτώ.

[Ξανά: Στους μεγάλους δρόμους
παίζω με τους νόμους......]

Από την συλλογή στίχων "ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ"