Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βοσκοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βοσκοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

O ΠΑΤΟΥΧΑΣ (H TAINIA)...


Ελληνική ταινία από το 1972, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Ι. Κονδυλάκη.

Στα απάτητα βουνά της (υπό τουρκική κατοχή ακόμη) Κρήτης, ζει ο Μανωλιός που έχει περάσει τη ζωή του βόσκωντας τα πρόβατα του απομονωμένος από τους ανθρώπους. Δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή με κανέναν άλλον άνθρωπο εκτός από τον πατέρα του, έναν τυπικό παλαιό Κρητικό.

Μια μέρα ο πατέρας του τον καλεί να κατέβει στο χωριό. Εκεί βλέποντας για πρώτη φορά ξένους ανθρώπους, συμπεριφέρεται αδέξια σαν αγρίμι και οι χωριανοί του δίνουν το παρανόμι "Πατούχας".

Ερωτεύεται μια κοπέλα, αλλά δεν έχει το θάρρος να της το πει. Μια όμορφη χήρα θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τις ντροπές του, αλλά ο πατέρας του θα τον στείλει πίσω στο βουνό και τα πρόβατα.

Ο Μανωλιός έχοντας γνωρίσει τον έρωτα θα γυρίσει στο χωριό, θα συναντήσει την κοπέλα που αγαπά και θα πάρει την άδεια να την παντρευτεί, αφού πρώτα ελευθερωθεί το νησί από τους Τούρκους...

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ. CALL OF THE MOUNTAN (MOVIE)...


Η ταινία αυτή του Στέλιου Αποστολόπουλου από το 2009, αφηγείται την ιστορία του Γιάννη ο οποίος μετά τη δολοφονία του ξάδελφου του Ηλία αφήνει τη γυναίκα του και τον 8χρονο γιό του που ζουν στην πόλη και μετακομίζει σε ένα απόκρημνο χωριό, στα Λευκά Όρη της Κρήτης.

Παίρνει την απόφαση να συνεχίσει το επάγγελμα του Ηλία, αυτό του παραδοσιακού βοσκού, τιμώντας έτσι τη μνήμη του ξάδελφου του. Ένα επάγγελμα που διατηρείται ζωντανό από ελάχιστους ανθρώπους που βρίσκονται ανάμεσα των χιονισμένων βουνών και της Λιβυκής Θάλασσας...

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

TOY AΪ - ΓΙΩΡΓΗ ΤΟ ΣΦΟΥΓΓΑΤΟ...


Πανηγύρι βοσκών σήμερα του Αϊ - Γιώργη η γιορτή και με την παρέα την όμορφη, όπου ταιριάζουν οι πανηγυριώτες την κουβέντα τους ανάμεσα στο κρασάκι και τον μεζέ, φάγαμε, χαρήκαμε αλλά και μάθαμε πολλά...

Κάποιος βοσκός, είχε να μας πει το παρακάτω ανέκδοτο:

Στη χάρη τ' Αϊ Γιώργη, οξ' απού το χωριό είν' η γι' εκκλησία του, είχε ταμένο ένα σφουγγάτο, ο μπάρμπα Μανώλης.

Σαν το μαγείρεψε το κολατσιό, πιτήδεια - πιτήδεια η νοικοκερά του, το 'βαλε στην πιατέλα και το πήγε στο μοναστήρι. Τ' άφηκε κατ' απού την εικόνα τ' αγίου, σταυροκοπήθηκε κι έφυγε...

Δυο χωριανοί, συντέκνοι, που περνούσανε το μεσημέρι όξ' απού την εκκλησία, μπήκανε μέσα να προσκυνήσουνε.

Θωρούνε το σφουγγάτο, που μοσχομύριζεν ακόμη και το φάγανε.
Φεύγοντας, ευχαριστημένοι, λένε:

- Ν' αφήσουμε, σύντεκνε, ένα κάτι ντις στον άγιο για το σφουγγάτο;

- Ν' αφήσουμε, συμφωνά κι ο σύντεκνός του...

Αφήνουνε είκοσι δραχμές, μα όξω να βγούνε, δεν εφέγγανε...

Αφήνουνε πενήντα, μα πάλι τα ίδια...

Βάνουνε στη χαραμάδα τσ' εικόνας, από ένα κατοστάρικο κάθα εις τους, και... (ω του θαύματος)... φεύγουνε.

Σαν βγήκανε όξω, σταυροκοπιούνται και λένε:

- Άγιε μου Γιώργη, μεγάλη η χάρη Σου! Καλός και καλός και θαματουργός είσαι, μα τα σφουγγάτα σου, είναι ακριβά, θεοψυχά μας!...

******************************************
Ετούτο το πανηγύρι είναι το πλειά καλύτερο πανηγύρι μας, και η εκκλησούλα του Αγίου είναι κοντά στη γειτονιά μου εμένα και κατέω από κάθα χρόνο πως:

Ο παπάς, δύο τρεις ημέρες, πρωτύτερα πλερώνει ένα άνθρωπο και τονέ πέμπει να φράξη τ' Αγιωργιού τη κούρτα. Τη παραμονή παίρνει κοπέλια του Σχολειού και μεταφέρνει ό,τι πράγματα του χρειγιάζουνται για τη λειτουργία, απού τη μεγάλη εκκλησία.

Οι πανηγυριώτες έρχουνται αποβραδύς μα και το πρωί έρχουνται απού τα κοντινά χωριά. Τη φετεινή χρονέ το πανηγύρι μας εγίνηκε με μεγαλύτερη χαρά, για την ολότητα του χωριού μας.

Ηταν η μέρα που για πρώτη φορά ήρθε αυτοκίνητο στο χωριό μας ύστερα από πολλώ χρόνων αγώνα και δουλειά για την κατασκευή, νιούς πρόχειρου αμαξοτόδρομου. Πρίχου να καλοξημερώση ο παπάς παίζει τη καμπάνα, που είναι κρεμασμένη στο κλάδο μιας ελιάς του Αγίου, γιαμιάς από πάνω απού την εκκλησιά. Μπαίνει στην εκκλησία κι αρχινά το «Ευλογητός ο Θεός».

Πολλές φορές όμως, τσι πλειότερες φτάνουνε εις τον Αγιο οι Μητατάρηδες βοσκοί με τα κουράδια τους. Ούλα τα οζά και οι αίγες του χωριού που βγάνουνε γάλα πρέπει νάρθουνε και ν' αρμεχτούνε στον Αϊ Γιώργη.

Διαβάζει λοιπόν ο παπάς τα πρώτα λόγια και μιτσοί και μεγάλοι οι προσκυνητές φτάνουν ακατάπαυστα. Προσκυνούνε την εικόνα του Αγίου που είναι τοποθετημένη απ' όξω δεξιά τση πόρτας άφτουνε το κερί τους, κι ύστερα πιάνουνε θέσεις στην αυλή, τσ' εκκλησίας, γύρω απ' αυτήν, πάνω απού τα περβόλια και γύρου απ' τη κούρτα.

Ο επίτροπος βγάνει ένα μιτσό στρογγυλό τραπεζάκι, στρωμένο μ' ένα κεντητό τραπεζομάντηλο, και το βάνει κοντά δίπλα, απού την ελιά με τη καμπάνα. Βάνει απάνω στο τραπεζάκι μερικά αρτοφόρια κι ένα ποτήρι νερό με μια ροδαρέ αρισμαρίδες. Ερχεται ο παπάς που βαστά το Σταυρό με το θυμιατήρι. Διαβάζει και κάνει τον αγιασμό του νερού, ύστερα παίρνει το ποτήρι με το νερό βουτά μέσα τη ροδαρέ, ραντίζει τα οζά και τ' αγιάζει τη στιγμή που τελειώνει το άρμεμά τους.

Το άρμεμα των οζώ εις τον Αϊ Γιώργη, κιανείς δεν είναι σε θέση να μου πει από πότες έχει επικρατήσει. Εμείς τόχουμε βρωμένο ετσά απού τσι παλιούς μας, κι εκείνοι πάλι απού τσι πλειά παλιούς, κι αυτωνών των το παραδώκανε οι πλειά πάνω, και κιανείς δεν κατέει να πη, πόσες γενεές, έχει περασμένες ετούτο το έθιμο.

Ετούτο τον καιρό τα οζά είναι ούλα μητατεμένα απάνω στα βουνά του χωριού. Οσο αλλάργο κι αν είναι, τα οζά πρέπει να τα φέρουνε στον Αϊ Γιώργη και τα φέρνουνε.
Ο Αγιος κάνει θαυμάτα και δεν αφήνει ατιμώρητο εκείνο που θα σκεφτεί να μη τα φέρει τα αιγοπρόβατά ντου. Λένε πως τσι δέρνει τσι βοσκούς, και ούλοι φοβούνται το ξύλο ντου...

... Ο πατέρας μου λέει πως ο Μπουγιούκαλος πάλι που ήτανε απού το χωριό κοντά στο δικό μας, τον Καλλικράτη και είχε συζευτάδες στο δικό μας χωριό και το μιτάτο τόχανε στα σύνορα των Μαδάρων των δυό χωριών, είπε πώς δεν τάφερνε λέει εκείνος τα οζά ντου στη Γωνιά τόσο αλλάργο κόσμο, να τ' αργμέγει εις τσ' αγίους.

Στην ίδια ώρα εκείνη φεύγουνε τρεις τράοι προβατάρηδες που τσ' είχανε αρχηγούς και οδηγούς στο κουράδι, προβέρνουνε από μια βουνοκορφή του χωριού μας τη Κεφάλα, απ' όπου φαίνεται ούλο το χωριό, θέτουνε χάμες και ψοφούνε. Σαν τσ' ηύρε ύστερα και τσι τρεις ψοφισμένους τσι λυπήθηκε όπως θα ελυπάτο αν εθώριε ψοφισμένα ούλα ντου τα οζά. Εκατάλαβε πως ήταν θαύμα του Αγίου, για την απόφασή ντου να μην αφήσει τους βοσκούς να πάνε τα οζά, κι έκαμε τάξιμο, όπου κι ανέ τάχη, κι ώστε να ζη και νάχει, να τα πηγαίνει. Κι ως τα που πόθανε κιόλας πριν λίγους χρόνους του Μπουγιούκαλου τα οζά δεν εξαναπουσιάσανε απού τον Αϊ Γιώργη....

Ο παπάς μέσα στην εκκλησιά, με τσι ψαλτάδες, σιγοψέλνουν και συνεχίζουν την λειτουργία τους και κάθα που θα απαρμεχτεί το κάθα κουράδι, βγαίνει ο παπάς για τον αγιασμό των οζώ.

Οι πανηγυριώτες εξακολουθούνε να έρχουνται απού τα γυροχώρια κι απ' αλλού βαστώντας και τα τασίματά τους, συνήθως άρτους.

Ο Μπιτσινής είναι ακόμη γεμάτος οζά που ανημένουνε τη σειρά τους για τ' αρμεκτό...
...Αρμέγουνται και τα τελευταία οζά και φεύγουν. Η καμπάνα χτυπά και γυρίζουν τη λιτανεία, ψάλλοντας.

«Ω, των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής...».

Το «Χριστός Ανέστη...».

Αλλη φορά κοντεύει, άλλη φορά περνά το μεσημέρι, όταν τελειώνει η λειτουργία.
Τσ' άρτους τσ' έχουνε κιόλας κομμένους, και ούλοι οι προσκυνητές παίρνουν το αντίδερο από του παπά τα χέρια, ύστερα παίρνουν άρτο και αρτοφόρια.

Πρίχου να φύγομε απού τον περίβολο τσ' εκκλησίας, κάτω από μια ελιά έχουνε μεταφέρει ένα καζάνι γεμάτο γάλα. Στέκουνε εκειά μερικές κοπελιές με ποτήρια, τα γεμίζουνε γάλα και προσφέρουνε σε ούλους. Κιανείς δεν πρέπει να περάσει χωρίς να πιή, όσο γάλα θέλει. Τα άλλα λαβέντζια το γάλα το μοιράζουνε σε ούλα του χωριού τα σπίθια από λίγες οκάδες στο κάθα σπίτι και όποιοι άλλοι θέλουν, μπορούνε να πάρουνε. Ετσά θωρείς κάθα ένα και βαστά το χρειγιασίδι ντου και σιμώνει στο καζάνι...

(Γεωργ. Ν. Ψυχουντάκη: «Αητοφωλιές στην Κρήτη» σ. 116-121).

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΚΟΥΡΑ ΟΖΩΝ...


Η αρχή του καλοκαιριού χαρακτηρίζεται από τις κουρές των οζών. Τα πρόβατα πρέπει να απαλλαγούν από το μαλλί που θα τα ζεσταίνει κατά το καλοκαίρι, ενώ παλιότερα, στις εποχές της φτώχειας αλλά και της αυτάρκειας, το μαλλί τους θα γινόταν ρούχα, πατανίες, οι αργαλειοί θα έπαιρναν φωτιά.

Σήμερα οι κουρές έχουν κρατήσει κυρίως τον πρώτο τους σκοπό. Αποτελούν όμως και μιαν ευκαιρία για γιορτή.

Η κουρά παρά τον όγκο δουλειάς της πρέπει να εκτελεστεί σε μια μέρα γιατί θα είναι δύσκολο την επομένη να συγκεντρώσει ο κτηνοτρόφος τα εναπομείναντα ζώα για να τα κουρέψει.Ο βοσκός δε μπορεί να κουρέψει μόνος του. Θέλει βοήθεια, γιατί τα πρόβατα είναι πολλά, αν προσπαθήσει μόνος να κουρέψει θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια. Μπορεί όμως να καλέσει στην κουρά κι άλλους που γνωρίζουν τη δουλειά.

Ήδη, η λέξη "καλέσει", προδιαθέτει για γιορτή κι όχι για αγγαρεία, κι είναι πολύ σημαντικό στη σημειολογία της κρητικής διαλέκτου ότι όλες οι δουλειές που απαιτούν ένταση εργασίας σε περιορισμένο χρόνο γίνονται με κάλεση. Κάλεση για αφιλοκερδή προσφορά εργασίας, όχι με μεροκάματα, αλλά με συλλογική προσπάθεια μεταξύ φίλων και συγγενών.



Η δουλειά μοιράζεται. Άλλος μπουζιάζει, άλλος κουβαλά το μπουζιασμένο οζό στον κουρίσκο, κι ο τελευταίος κουρεύει, λύνει το πρόβατο και αρχίζει με το επόμενο. Έτσι, ο χρόνος μειώνεται σημαντικά. Ο βοσκός μόνος του δε θα χρειαζόταν το χρόνο της κουράς επί τον αριθμό των συμμετεχόντων, θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο.

Πέρα από το χρόνο, μια δουλειά που μόνη της θα ήταν μονότονη και κουραστική γίνεται τώρα μια συλλογική προσπάθεια. Ο κόπος μοιράζεται μεταξύ των συμμετεχόντων, τα πειράγματα και τα χωρατά περισσεύουν και ο χρόνος που απαιτείται είναι χρόνος παρέας κι όχι δουλειάς.

Και φυσικά η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Ο ένας που σήμερα κουρεύει τα δικά του πρόβατα αύριο θα είναι κουρίσκος στην κουρά κάποιου που ήρθε να τον βοηθήσει ή και που φέτος δε μπόρεσε, αλλά άλλες φορές μπορούσε. Είναι μια διαδικασία που στηρίζεται στην αλληλεγγύη, στην εργατικότητα, στη συμπαράσταση, στην αξιοσύνη. Αξίες που υποχωρούν σήμερα αλλά ακόμα αντέχουν.

Η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Είναι δώρο στο βοσκό που κουρεύει. Κι η ανταπόδοση θα έρθει με τη συμμετοχή του στις κουρές αυτών που ήρθαν στη δικιά του. Εν τω μεταξύ, ένα μικρό "ευχαριστώ" είναι το συνήθως πλούσιο τραπέζι που ακολουθεί.

Εκεί ο βοσκός τραπεζώνει αυτούς που έσπευσαν σε βοήθειά του. Και η καλή διάθεση και το κέφι που υπάρχει στην κουρά τώρα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Το τραπέζι εξελίσσεται σε συχνά σε γλέντι, κι η φιλοξενία και κοινωνικότητα των κρητικών βρίσκει την αφορμή να το επεκτείνει σε τραπέζι για περισσότερους, όχι μόνο αυτούς που έχουν πάρει μέρος στην προσπάθεια...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

ΤΥΧΗΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...


Άμα θέλει η πουτάνα η τύχη να σε βρεί, το κάνει ακόμη και την ώρα που κοιμάσαι, ή με άλλα λόγια την ώρα που δεν το περιμένεις ποτέ...Αυτή είναι η ιστορία του Στέλιου, που όταν είχε απελπιστεί γύρισαν τα κάτω πάνω...

Από χωριό του Ηρακλείου καταγότανε, χτισμένο σε τέτοιο τόπο που οι κάτοικοι είχανε μόνο δυο επαγγελματικές - οικονομικές διεξόδους: Ή μένανε και κάνανε τους βοσκούς για όλη τους τη ζωή με πενιχρά αποτελέσματα λόγω ορεινού κι άγονου τόπου, ή φεύγανε και προσπαθούσανε να κάνουνε αλλού την τύχη τους όπως μπορούσανε...

Έτσι και ο Στέλιος που κατάφερε να τελειώσει το λύκειο της περιοχής με αρκετά καλό βαθμό, ώστε να εισαχθεί σε ανωτάτη σχολή καταδώ μεριά. Ερχότανε 5 χρόνια για να σπουδάσει, με ελπίδα να ξετελέψει οτιδήποτε θα του επέτρεπε να μην ξαναγυρίσει στην ζωή που έκανε τα εφηβικά του χρόνια και συνέχιζαν να κάνουν αυτοί που μείνανε πίσω...

Έκανε έξοδα ο γέρος του να του νοικιάζει σπίτι εδώ όλα αυτά τα χρόνια, να έχει να περνά καθημερινά και να έχει τα εισιτήρια να μπορεί νάρχεται τακτικά στο χωριό του, να βλέπει τι γίνονται, να τους βοηθά όποτε χρειαζόταν και να ανεφοδιάζεται πριν επιστρέψει πάλι στα μαθήματα και τα εργαστήρια της σχολής...

Τελικά πήρε πτυχίο, εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αμέσως μετά κι αυτό ήταν όλο κι όλο η περιπέτεια πέρα από το χωριό του. Ξαναγύρισε με το απολυτήριο του στρατού, τόβαλε πλάι - πλάι με το άλλο χαρτ΄ιτης σχολής και τα κοίταζε, αφού δεν του χρησιμεύανε στην αγορά εργασίας, που όπου κι αν πήγαινε τον διώχνανε, σαν χωριάτης που ήταν σε εμφάνιση και συμπεριφορά.

Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα, όσα χαρτιά κι αν προσθέσει κανείς στην συλλογή του, να γίνει ελκυστικός σε κάποιο αφεντικό, να φορτωθεί τη ζωή του. Άδικα πήγαινε συχνά στη μεγάλη πόλη την κοντύτερη στο χωριό του, όταν έβλεπε καμμιά αγγελία ή άκουγε για προκύρηξη διαγωνισμού...Πάντα γυρνούσε πίσω με τα χαρτιά του στα αζήτητα...

Θέλοντας και μη έκανε τον βοσκό πάλι, όπως και πρώτα σαν παιδί. Τι να βοσκήσει όμως σε τόπο που σπανίζει το χορτάρι και δε νετσουλώνουνε τα οζά, να έχουνε γάλα ή κρέας ικανό να πουληθούνε...Και οι ίδιοι οι χωριανοί για να φάνε κρέας, έπρεπε να πάνε σε άλλο χωριό παραπέρα και χαμηλότερα, πιο ευνοημένο από τη φύση με κάμπο και σπαρτά, όπου βόσκανε περισσότερα οζά και τετράπαχα, ν' αρπάξουνε μερικά για λογαριασμό τους...

Έτσι έκανε κι εκείνο το βράδυ ο Στέλιος με μερικούς ακόμη νέους του χωριού του, που ξεκινήσανε για την τακτική τους ζωοκλοπή με στόχο μια στάνη που είχανε εντοπίσει προ ημερών σε πεδινό τόπο...

Δεν τα καταφέρανε στον σκοπό τους, τους εντοπίσανε εγκαίρως οι νοικοκυραίοι και φύγανε άπραχτοι, μα για τον Στέλιο τότε ήταν η στιγμή που η τύχη του αποφάσισε να τον φλεβαρίσει ευνοικά. Με την μορφή της κόρης του ιδιοκτήτη, που τον είχε δει από το παράθυρο της κάμαρας της όταν μπήκανε στη στάνη να κλέψουνε τα ζώα που ήταν η περιουσία και η προίκα της...

Αυτή ήταν που απέτρεψε τον αρκετά εύπορο στην περιοχή πατέρα της να μην δώσει τους νέους στους μπάτσους, αυτή ήταν που μετά από λίγο συνάντησε τον Στέλιο σε πανηγύρι και γνωριστήκανε λέγοντας του την ιστορία, αυτή που σαν ανύπαντρη που ήταν τότε θέλησε να γίνει αυτός ο άντρας της ζωής της...

Δεν ήταν ούτε λίγη ούτε άσχημη για τα μέτρα του Στέλιου, που μέσα στα 2 επόμενα χρόνια απόκτησε όσα δεν φανταζότανε μέχρι τότε κι έφτιαξε τη ζωή του με πλούτο κι ευτυχία...

Δεν ήταν μόνο η σύντροφος που αναπάντεχα απόκτησε για το υπόλοιπο της ζωής του (εκεί τα διαζύγια απλώς δεν επιτρέπονται από κανόνες άγραφους, έτσι απλά), δεν ήταν το μεγάλο και καλοθρεμμένο κοπάδι που έγινε δικό του, πήρε και κάτι ακόμη σαν bonus: ένα μικρό τότε κρεοπωλείο, ιδιοκτησίας του πεθερού του που πέρασε σ' αυτόν...

Αν και μέχρι τότε ήταν ένα μαγαζάκι για τις ανάγκες κείνου του χωριού και των γύρω σε φρέσκο κρέας, στάθηκε εύκολο για τον σπουδαγμένο Στέλιο να το επεκτείνει, να το εκσυγχρονίσει, να πάρει τις απαραίτητες πιστοποιήσεις ποιότητας κι υγιεινής και να κάνει σοβαρό εμπόριο με σούπερ μάρκετ σε πολλά μέρη...

Λεφτά απόκτησε αρκετά κι επένδυσε κιόλας, σε τομείς που ήξερε βέβαια:
Έφτιαξε και μια ορεινή χασαποταβέρνα όπως ήθελε πάντα την εποχή της φτώχειας τους και διαθέτοντας ζώα δικής του εκτροφής και σφαγής, μπορεί να προσφέρει καλοψημένες μερίδες εκλεκτού κρέατος χωρίς να τσιγκουνεύεται ποιότητα και ποσότητα στα πιάτα...

Στα πιάτα των πολλών επισκεπτών της ορεινής περιοχής που μετά τη βόλτα καταλήγουν πεινασμένοι στην ταβέρνα του και φεύγουν βοσκημένοι πλήρως, έχοντας να λένε για γαλαντομία και περιποίηση.
Έγινε γνωστή η ταβέρνα του στους πάντες, που κάνουν εκεί γάμους, βαφτίσια κι άλλες εκδηλώσεις, με το αζημίωτο για τον Στέλιο. Κι ας κάνει τώρα τρεις δουλειές ταυτόχρονα, που τον απασχολούν μέρα και νύχτα, δε νοιάζεται...

Είναι στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, μ' αυτήν που τον αγάπησε και τα παιδιά που απόκτησαν στο μεταξύ, κάνει τις δουλειές που ήξερε και πάντα ήθελε να κάνει, προσφέρει εργασία και σε άλλους...

Ο πρώην άνεργος φτωχός βοσκός που για να φάει κρέας έπρεπε να κλέψει ζώα αλλουνού, τώρα καλεί τους πρώην συντρόφους του και συγχωριανούς του να τους κεράσει, προσέχοντας όμως παλιές του συνήθειες λέγοντας τους:

- Νάρχεστε να τρώτε επαέ ότι θέτε, μα μην ξανοίγετε τα κοπάδια μου, σε μένα που ξέρω!

Δεν ξέρω ακόμη αν τους δίνει και συμβουλές τύχης, όπως ένα παιχνίδι και συγκυρία (καλής) τύχης ήταν το ξεκίνημα της νέας, εύπορης κι ενδιαφέρουσας τώρα ζωής του. Με την παρένθεση των άσκοπων σπουδών, που αν τον ευνοούσε εκεί η τύχη, τώρα θα ήταν φουκαράς υπάλληλος ή έστω μικρο-επιχειρηματίας να στελιώνει πρίζες, κινητήρες κι ασανσέρ...

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

ΕΡΩΤΑΣ...


Καλοκαίρι ήτανε κι ο Διομήδης έχει ανεβάσει τα πρόβατα στον Ψηλορείτη.

Μια μέρα που τα βοσκεί σε μια λαγκαδιά, θωρεί μια γυναίκα να έρχεται προς το μέρος του. Όταν πλησιάζει στα διακόσια μέτρα διαπιστώνει πως είναι τουρίστρια.
Στρογγυλομηλοπρόσωπη και παχουλομπρατσάτη η κοπελιά του σιμώνει με αέρα, αλλά ας αφήσουμε τον Διομήδη να συνεχίσει:

- Θωρώ που λες φιλιότσο, μια γυναικουριά, βελουδογλυκοχείλα και μπαμπακολαίμα. Γεια σου κουμπάρισσα, τση κάνω. Κουνεί αυτή την κεφαλή.

- Για πού με το καλό;

Φαίνεται κατάλαβε τι τηνε ρώτησε και απαντά:

- Ινταίον Άντρον.

- Και πεινάς; Λέω πεινάς;

Δεν καταλαβαίνει.

- Λέω. Μαντζαρία, μαντζαρία;

- Oh, yes, yes!, απαντά τότε η κοπελιά.

- Ε, κλούθα μου επαέ.

Μπροστά ο Διομήδης πίσω η τουρίστρια, πάνε στο μιτάτο του.

- Δίνω τση που λες φιλιότσο γάλα και πίνει, τυρί και κριάς και τρώει και γίνεται ασκάκι. Αφού έφαγε και ήπιε μου κάνει:

- I love you Diomidί...

- Ο, ανάθεμα σε!, λέω από μέσα μου, κι ίντα θες... Πάω τση το τουπί, λέει

- Νο!

Πάω τση το διόνυσο (ένα ξύλο με το οποίο ανακατεύουν οι βοσκοί το γάλα στο καζάνι), λέει

- Νο!.

- Θεέ μου κι ίντα θέλει; λέω από μέσα μου και τση δείχνω ένα τυροζούλι. Πάλι νο αυτή.

Μια στιγμή φιλιότσο τηνε βλέπω και βγάνει ένα τεφτέρι και μου δείχνει με το δαχτύλι τζη και διαβάζω "έρωτας". Λέω τση:

- Ε, γεια σου κουμπάρισσα, ο έρωντας (το βοτάνι) φυτρώνει στο πάνω αόρι. Έπαε δε βγαίνει μήτε φασκομηλιά!

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

ΒΟΥΚΟΛΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΩΝ...


Δεν είμαι φυσικά κτηνοτρόφος, απλά περιμένοντας στο λιμάνι που τελούσε υπό κατάληψη από αυτούς προχθές, κάποιος κάλμαρε την οργισμένη αντίδραση μου για τα καμώματα τους, λέγοντα μου μερικά πράγματα για την κατάσταση στην ύπαιθρο, τα οποία και δημοσιεύω εδώ.

Εν αρχή το ελληνικό κράτος μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζει να ενισχύσει την κτηνοτροφία. Κατ' εξαίρεση το ελληνικό κράτος «πετυχαίνει» η επιδότηση στη χώρα μας να δοθεί κατά κεφαλή και όχι στα προϊόντα όπως στα άλλες χώρες.

Στη θεωρία η επιδότηση δόθηκε για να φτιαχτούν υποδομές που θα έκαναν πιο ανταγωνιστική την ελληνική κτηνοτροφία.
Μάλιστα το Υπουργείο Γεωργίας θα φρόντιζε με συμπληρωματικά μέτρα να ενίσχυε ακόμη περισσότερο αυτή τη δραστηριότητα.

Όλοι οι τοπικοί φορείς είναι υπέρ της επιδότησης της κτηνοτροφίας για πολλούς λόγους. Ο πιο απλός και κατανοητός είναι η απρόσκοπτη τροφοδοσία της αγοράς με ντόπιο ποιοτικό κρέας. Είναι και η απασχόληση του ορεινού πληθυσμού.

Από την άλλη μεριά ότι οι κτηνοτρόφοι ζουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Απομονωμένοι στα ψηλά, αποκομμένοι από τα τεκταινόμενα, ακόμη και η απλή μετάβαση σε ένα νοσοκομείο, από τα καλοκαιρινά μιτάτα είναι γι' αυτούς ολόκληρη περιπέτεια σε σύγκριση με το μέσο κάτοικο των πόλεων.

Ποιο ήταν όμως το αποτέλεσμα των μέτρων που ανέφερα παραπάνω;

Αυξήθηκαν δραματικά τα αιγοπρόβατα, με αποτέλεσμα την σημαντική πίεση σε βοσκότοπους από την υπερβολική χρήση, σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ερημοποίηση των οικοσυστημάτων αυτών.

Οι κτηνοτρόφοι επέκτειναν τις περιοχές βόσκησης προς τα κάτω, τα πεδινά μέρη, καταπατώντας και καταστρέφοντας καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Οι προστριβές μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών των παραπάνω εκτάσεων, γίνονται όλο και πιο συχνές και αιματηρές ακόμη.

Λόγω της υπερπροσφοράς κρέατος, γάλακτος κλπ έπεφταν οι τιμές και τα εισοδήματα των κτηνοτρόφων. Αυξάνονταν όμως οι τιμές για τις απαραίτητες ζωοτροφές κλπ έξοδα τους, με αποτέλεσμα να βρεθούν οι περισσότεροι χρεωμένοι στην Αγροτική Τράπεζα για να κάνουν τη δουλειά τους.

Και το κυριότερο, λόγω του μοιράσματος των επιδοτήσεων χωρίς κανένα σχεδιασμό και επιμόρφωση των κτηνοτρόφων, συντελέστηκε μια δραματική αλλαγή στη λειτουργία των ορεινών κοινωνιών.

Εντάχθηκαν βίαια σε ένα σύστημα που κυριαρχούν νεοπλουτίστικες αξίες.
Οι μεμονωμένες κι αδύναμες φωνές αντίστασης κάποιων, ενάντια σε αυτή τη λαίλαπα για τις ορεινές κοινότητες πνίγονται από τις σειρήνες την κατανάλωσης, που φυσικά δικαιούνται κι αυτοί.

Ακραίες εκφράσεις αυτής της κατάστασης παρουσιάζονται σε κοινότητες που δεν διαθέτουν κανένα άλλο πόρο πέρα της κτηνοτροφίας, όπως στο ορεινό Μυλοπόταμο. Ενώ στα Σφακιά όπου υπάρχει και η διέξοδος του τουρισμού που ασχολούνται αρκετοί κάτοικοι το καλοκαίρι κυρίως, δεν έχομε ακραία φαινόμενα τύπου Ζωνιανών.

Σε ελάχιστες περιπτώσεις τα χρήματα των επιδοτήσεων χρησιμοποιήθηκαν για να δημιουργηθούν υποδομές.

Οι συμπληρωματικές δράσεις που προωθεί το Υπουργείο Γεωργίας, μέσα στη μακάρια αποξένωσή του από τα προβλήματα και την υπερτροφική, συγκεντρωτική, γραφειοκρατία που συντηρεί, καταναλώνονται σε καταστροφικές άναρχες διανοίξεις δρόμων και στην επιδότηση των συρματοπλεγμάτων.

Οι δράσεις αυτές φυσικά, αφού γίνονταν «έτσι, χωρίς πρόγραμμα» όξυναν αντί να επιλύσουν τα προβλήματα της κτηνοτροφίας. Το κερασάκι σε όλη αυτή την τούρτα είναι η αδράνεια των συνεταιρισμών αφού οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των κτηνοτρόφων δεν είναι φυσικά οι αξιότεροι, αλλά οι «κομματικότεροι».

Έρχονται τώρα οι ίδιοι καρεκλοκένταυροι φωστήρες του Υπ. Γεωργίας και αποφασίζουν μετά από εντολές της Ε.Ε. (που ξέρουμε πόσο καλά διαχειρίζεται την κτηνοτροφία της επιμένοντας σε εντατικούς τρόπους παραγωγής που οδηγούν σε τρελές αγελάδες, κοτόπουλα με διοξίνες κ.λ.π.) ότι το πρώτο βήμα για μια ορθολογικότερη κτηνοτροφία, είναι ο «περιορισμός» του αριθμού των ζώων σε 1 ανά 4,5 στρέμματα.
Θα το εφαρμόσουμε, αποφάσισαν, ξεχνώντας ακόμη και τις συνήθεις μπούρδες περί βοσκοϊκανότητας που συνήθως τσαμπουνάνε για να κάνουν το κομμάτι τους.

Βγάζουν λοιπόν μια τέτοια απόφαση που ισχύει ισοπεδωτικά από τη Ροδόπη μέχρι την Κρήτη, από το Θεσσαλικό κάμπο μέχρι το μικρότερο βραχονήσι. Σιγά μην μπουν τώρα σε τέτοιες λεπτομέρειες οι βολεμένοι κόπροι των Αθηνών. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε τοπικός παράγοντας της περιοχής μιας ορεινής περιοχής κάνοντας πρόχειρους υπολογισμούς, η προτεινόμενη αναλογία στην περιοχή του που είναι ήδη εξαιρετικά βεβαρημένη από τον μεγάλο αριθμό αιγοπροβάτων που συντηρεί, σημαίνει το διπλασιασμό τους εκεί!

Και τα προβλήματα συνεχίζονται ανακυκλούμενα.
Εγώ δεν μπορώ να προτείνω λύση, δεν ασχολούμαι καθόλου με την κτηνοτροφία, τήρησα την υπόσχεση μου να δημοσιεύσω στο Blog μου την περιγραφή της κατάστασης που διαμορφώθηκε στη ύπαιθρο.

Άλλοι έχουν την δυνατότητα και την υποχρέωση να τα δουν με ενδιαφέρον και να δώσουν εφικτές λύσεις. Αν δεν μπορούν να το κάνουν, ας αποχωρήσουν να πάρουν την θέση τους άλλοι, ικανότεροι (ξεχάσαμε πια τη έννοια της λέξης).

Μα να δράσουν επιτέλους, δεν γίνεται να πληρώνουμε όλοι κάθε φορά, τις συνέπειες από κινητοποιήσεις ομάδων για πράγματα αυτονόητα για όλους εκτός από τους κατεξοχήν αρμόδιους όπως φαίνεται.