Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

EARTHINGS. ΓΗΪΝΟΙ (DOCUMENTARY)...

Το Earthlings, σε αφήγηση του Joaquin Phoenix και σε μουσική του Moby, είναι ένα ντοκιμαντέρ που καταδεικνύει την πλήρη οικονομική εξάρτηση του ανθρώπινου είδους από τα ζώα που εκτρέφονται για κατοικίδια, φαγητό, ένδυση, διασκέδαση και επιστημονική έρευνα.

Με τη χρήση κρυφών καμερών και υλικού που δεν είχε δημοσιευθεί ως τώρα, το Earthlings καταγράφει τις καθημερινές πρακτικές των μεγαλύτερων βιομηχανιών παγκοσμίως, όλες εκ των οποίων βασίζονται εξ ολοκλήρου στην εκμετάλλευση ζώων για τα κέρδη τους.




Δυνατό, ενημερωτικό, αντιφατικό και προκλητικό, το Earthlings είναι μακράν το πιο κατανοητό ντοκιμαντέρ που έχει γυριστεί σχετικά με την στενή σχέση φύσης, ζώων και ανθρώπινου οικονομικού συμφέροντος...

Εδώ προβάλλεται και με Ελληνικούς υπότιτλους.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΖΩΑ...

Ή αλλιώς όταν παιδιά από την Γερμανία που ζούνε σε διαμέρισμα που δεν επιτρέπονται από τον κανονισμό κάθε είδους ζώα, βρεθούνε σε Κρητικό χωριό όπου τα ζώα είναι μέλη της οικογένειας...

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

ΤΡΙΠΛΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ...


Ξεροκέφαλος και ισχυρογνώμονας ήταν ο Καμπιτσολευτέρης που έμενε σ' ένα χωριό του Ηρακλείου και θάρουνε πως σάϊκα πάντα είχε δίκιο...

Μια μέρα μάζεψε κάποιους μανίτους που είχανε φυτρώσει στο χωράφι του και τους έφερε στο σπίτι να τους ψήσει η γυναίκα του να τους φάνε. Εκείνη που τους γνώριζε καλά, του είπε πως ήταν από τους δηλητηριώδεις και καλά θα έκαναν να τους πετάξουνε αμέσως...

Δεν ήθελε ν' ακούσει κουβέντα ο άντρας της, ήθελε να τους φάει αφού αυτός τους βρήκε και σαν πάντα ήξερε καλύτερα. Η γυναίκα δεν θέλησε να φάει και για να την εκδικηθεί πήρε το πιάτο της και το έδωσε να το φάει ο γάϊδαρος καλύτερα όπως της είπε, που δεν του αντιμιλούσε...

Έτσι έφαγε μόνος του τους μανίτες του κι όσους περίσσεψαν τους έριξε στον χοίρο τους, όπως κάνανε με όλα τ' αποφάγια κι έπεσε να κοιμηθεί...

Η γυναίκα όμως είχε δίκιο εντέλει, όσοι φάγανε από τους δηλητηριώδεις μανίτους και ο άντρας και τα ζώα πεθάνανε την άλλη μέρα.

Μάζεψε τα κουφάρια τους στη σειρά κι όπως άρχισε το μοιρολόϊ για τον άντρα της και τα οικόσιτα τους ζώα, βρήκε ευκαιρία να πάρει την εκδίκηση της για την ξεροκεφαλιά του:

Άντρα μου...χοίρε...γάϊδαρε...
και ποιόν να πρωτοκλάψω,
που σε μια μέρα μούλαχε
τρία...οζά να θάψω!

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΚΟΥΡΑ ΟΖΩΝ...


Η αρχή του καλοκαιριού χαρακτηρίζεται από τις κουρές των οζών. Τα πρόβατα πρέπει να απαλλαγούν από το μαλλί που θα τα ζεσταίνει κατά το καλοκαίρι, ενώ παλιότερα, στις εποχές της φτώχειας αλλά και της αυτάρκειας, το μαλλί τους θα γινόταν ρούχα, πατανίες, οι αργαλειοί θα έπαιρναν φωτιά.

Σήμερα οι κουρές έχουν κρατήσει κυρίως τον πρώτο τους σκοπό. Αποτελούν όμως και μιαν ευκαιρία για γιορτή.

Η κουρά παρά τον όγκο δουλειάς της πρέπει να εκτελεστεί σε μια μέρα γιατί θα είναι δύσκολο την επομένη να συγκεντρώσει ο κτηνοτρόφος τα εναπομείναντα ζώα για να τα κουρέψει.Ο βοσκός δε μπορεί να κουρέψει μόνος του. Θέλει βοήθεια, γιατί τα πρόβατα είναι πολλά, αν προσπαθήσει μόνος να κουρέψει θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια. Μπορεί όμως να καλέσει στην κουρά κι άλλους που γνωρίζουν τη δουλειά.

Ήδη, η λέξη "καλέσει", προδιαθέτει για γιορτή κι όχι για αγγαρεία, κι είναι πολύ σημαντικό στη σημειολογία της κρητικής διαλέκτου ότι όλες οι δουλειές που απαιτούν ένταση εργασίας σε περιορισμένο χρόνο γίνονται με κάλεση. Κάλεση για αφιλοκερδή προσφορά εργασίας, όχι με μεροκάματα, αλλά με συλλογική προσπάθεια μεταξύ φίλων και συγγενών.



Η δουλειά μοιράζεται. Άλλος μπουζιάζει, άλλος κουβαλά το μπουζιασμένο οζό στον κουρίσκο, κι ο τελευταίος κουρεύει, λύνει το πρόβατο και αρχίζει με το επόμενο. Έτσι, ο χρόνος μειώνεται σημαντικά. Ο βοσκός μόνος του δε θα χρειαζόταν το χρόνο της κουράς επί τον αριθμό των συμμετεχόντων, θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο.

Πέρα από το χρόνο, μια δουλειά που μόνη της θα ήταν μονότονη και κουραστική γίνεται τώρα μια συλλογική προσπάθεια. Ο κόπος μοιράζεται μεταξύ των συμμετεχόντων, τα πειράγματα και τα χωρατά περισσεύουν και ο χρόνος που απαιτείται είναι χρόνος παρέας κι όχι δουλειάς.

Και φυσικά η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Ο ένας που σήμερα κουρεύει τα δικά του πρόβατα αύριο θα είναι κουρίσκος στην κουρά κάποιου που ήρθε να τον βοηθήσει ή και που φέτος δε μπόρεσε, αλλά άλλες φορές μπορούσε. Είναι μια διαδικασία που στηρίζεται στην αλληλεγγύη, στην εργατικότητα, στη συμπαράσταση, στην αξιοσύνη. Αξίες που υποχωρούν σήμερα αλλά ακόμα αντέχουν.

Η συμμετοχή δεν πληρώνεται. Είναι δώρο στο βοσκό που κουρεύει. Κι η ανταπόδοση θα έρθει με τη συμμετοχή του στις κουρές αυτών που ήρθαν στη δικιά του. Εν τω μεταξύ, ένα μικρό "ευχαριστώ" είναι το συνήθως πλούσιο τραπέζι που ακολουθεί.

Εκεί ο βοσκός τραπεζώνει αυτούς που έσπευσαν σε βοήθειά του. Και η καλή διάθεση και το κέφι που υπάρχει στην κουρά τώρα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Το τραπέζι εξελίσσεται σε συχνά σε γλέντι, κι η φιλοξενία και κοινωνικότητα των κρητικών βρίσκει την αφορμή να το επεκτείνει σε τραπέζι για περισσότερους, όχι μόνο αυτούς που έχουν πάρει μέρος στην προσπάθεια...

Πέμπτη 7 Μαΐου 2009

ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣΙΤΟΣ...


Υπήρξε πριν αρκετά χρόνια μια περίοδος μερικών μηνών που μοιραζόμουνα μέρος από το φαί μου μ' ένα κατοικίδιο, που αν και δεν είναι σπάνιο στα σπίτια, δεν προσελκύει δα και τη συμπάθεια των ανθρώπων: έναν ποντικό.

Μετά την πολύ έντονη τότε γυμναστική μου (με δικό μου εξοπλισμό πάντα, αν και γυμνάζομαι από 16 χρονών καθημερινά, πέρασα μόνο ένα χρόνο σε γυμναστήριο, πεταμένα λεφτά τέτοιοι χώροι), χρειαζόμουνα αμέσως ένα συμπλήρωμα διατροφής με υψηλή θρεπτική αξία. Όπως γνωρίζουν όσοι τα χρησιμοποιούν, τα συμπληρώματα συμβάλλουν στον οργανισμό μόνο τις πρώτες βδομάδες της χρήσης τους, μετά τα συνηθίζει και δεν έχουν καμμιά επίδραση αν δεν διακοπούν κι αρχίσουν πάλι με νέο κύκλο μετά από μερικές βδομάδες, ότι κι αν λένε οι κατασκευαστές τους στις διαφημίσεις.

Σαν εναλλαγή στα συμπληρώματα σε σκόνη που χρησιμοποιούσα τακτικά, είχα φτιάξει μια δική μου συνταγή:

Ανακάτευα στο μπλέντερ ένα κύπελο γάλα με 2 αυγά, πρόσθετα δυο κουταλάκια ζάχαρη και μια κακάο, όπου με δυνατό ανακάτεμα γινόταν ένα παχύρευστο θρεπτικό κοκτέιλ που τόπινα μονορούφι αμέσως. Τα καλοκαίρια το εμπλούτιζα με μια φέτα πεπόνι και λιγότερο γάλα.

Απο τ' αυγά έβαζα μόνο τα ασπράδια τους, έκανα μια μικρή τρύπα στην στενή τους άκρη κι άδειαζα τα ασπράδια στο μπλέντερ πετώντας το υπόλοιπο του αυγού...

Αυτόν τον χαρακτηριστικό ήχο του προσεκτικού σπασίματος του τσοφλιού του αυγού περίμενε ο οικόσιτος ποντικός για να ετοιμαστεί για το δικό του γεύμα. Αφού έφτιαχνα κι έπινα εγώ το δικό μου και καθάριζα το μπλέντερ, συνήθως καθόμουν στο άλλο δωμάτιο και διάβαζα στ' Αγγλικά το τεύχος του μήνα του "Muscle and Fitness" του καλύτερου διεθνώς περιοδικού για άσκηση και διατροφή που κείνο τον καιρό ερχότανε κάθε πρώτη του μηνός στην πόρτα μου κατευθείαν από τον εκδότη του...

Τότε ήταν που από την μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας έβλεπα τον ποντικό να πηγαίνει προς την τσάντα που βάζαμε τα σκουπίδια και να τρώει τα κατάλοιπα από τ' αυγά αφού έσπαζε με το μουστρί του τα τσόφλια περισσότερο! Κάθε μέρα την ίδια ώρα, κατά τις 11.00πμ αφού προτιμώ να γυμνάζομαι πρωί, τρώγαμε με διαφορά 10΄ το πρόγευμα μας...

Όπως εγώ έπαιρνα κιλά συμπαγούς μυϊκής μάζας που διατηρώ ως σήμερα, και ο ποντικός του σπιτιού νετσούλωνε με τα αυγά κι έφτασε γρήγορα το μέγεθος μισού κάτη περίπου...Συμπλήρωνε τη διατροφή του με ότι άλλο έβρισκε στα αποφάγια το μεσημέρι, την ώρα που κοιμόμουν και δεν τον έβλεπα. Νερό δεν ξέρω που έβρισκε, απαραίτητο για να χωνευτεί τόση πρωτείνη...

Δεν τον εμπόδισα ποτέ να βοσκηθεί κι αυτός, ούτε καν έψαξα να βρώ την τρύπα του να τον ξεκάνω. Ούτε όμως κι αυτός παρέκκλινε της πορείας του τρύπα - τσάντα με σκουπίδια, δεν τριγύριζε στην κουζίνα ούτε έμπαινε ποτέ στ' άλλα δωμάτια του σπιτιού...

Ψόφησε ή πήγε αλλού όταν γκρεμίσαμε το παλιό σπίτι για να κτίσουμε το σημερινό.


Ποντικό ή άλλο οικόσιτο τώρα δεν έχω. Διατηρώ την συνήθεια της τακτικής άσκησης της καθημερινές, αν και μετατοπίστηκε πολύ πιο πρωί, γύρω στις 7.00πμ και με λιγότερη ένταση και διάρκεια τώρα, να έχω ελεύθερη την υπόλοιπη μέρα.

Μα αν αποκτήσω ζώο, θα τρώει ότι κι εγώ. Μην περιμένει αγοραστή τροφή, που βλέπω σε μεγάλες οικιλίες και ποσότητες στα super market...Εκείνου του οικόσιτου τότε, του ήταν υπερ-αρκετή όταν ζούσε με ανθρώπους. Δεν το άκουσα ποτέ να παραπονιέται ή να την σνομπάρει όπως οι σκύλοι το σκέτο ψωμί σήμερα!


Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΟΙΚΟΣΙΤΑ ΖΩΑ...


Από τα προϊστορικά χρόνια ο άνθρωπος εξημέρωσε ζώα και τα χρησιμοποιούσε για την εργασία τους, για το γάλα τους, για το μαλλί τους, για το κρέας τους και για το δέρμα τους. Κάθε ζώο είχε αναπτύξει την δική του συμπεριφορά και συνήθειες, που με τον καιρό γινόταν γνωστές στον ιδιοκτήτη...

Όπως ακριβώς τα περιγράφει ένας γέρος Σφακιανός που πέρασε την ζωή του μαζί τους:

- Δε μπορούσαμε να διατηρήσουμε ούτε τα οικόσιτα με κτηνοτροφές εσώκλειστα. Οι κότες, οι χοίροι και τα "χοντρά ζώα" μουλαρογάιδουρα και βόδια, ήτανε ελεύτερα και υποχρεωμένα να αγωνιστούνε και αυτά για την επιβίωσή τους.

Οι κότες σε ακτίνα 100 - 200 μ. από το σπίτι εψάχνανε για κανένα σποράκι, για κανένα σκουλικάκι, για καμιά ακρίδα.

Τους χοίρους τους "δρομιάζαμε" στους κάμπους και στα φαράγγια όπου τον χειμώνα τρώγανε χόρτα ενώ το καλοκαίρι ψάχνανε για χοχλιούς και σκουλήκια, μα σκάβανε και με τη μύτη τους και τρώγανε τις ρίζες των φυτών. Μάλιστα την άνοιξη που σκάβεται εύκολα το χώμα, προκαλούσανε ζημιά στον βοσκότοπο και για να μην προκαλούνε αυτή τη ζημιά τους τρυπούσανε τη μύτη και τους περνούσανε ένα σύρμα, που άμα σκάβανε τους πονούσε και ήτανε αναγκασμένοι να τρώνε τα χόρτα όπως τα πρόβατα.

Δεν είχαμε είπαμε κτηνοτροφές αγοραστές να τους δίνομε, όμως τους μαζεύαμε από το δάσος βελάνια από τους πρίνους και άγρια αχλάδια μα τους δίναμε ακόμα χαρούπια και ελαιοπυρήνα.

Στο πέρασμα των χιλιετηρίδων, περίπου με τον ίδιο τρόπο εκμεταλλεύετο τα ζώα ο άνθρωπος και περίπου με τον ίδιο τρόπο επικοινωνούσε με αυτά.

Επικοινωνούσαμε λοιπόν με ειδικές λέξεις χωριστές για κάθε είδος ζώου. Αυτές οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται τώρα που τα ζώα είναι εσώκλειστα και πρέπει εμείς που τις ζήσαμε να τις καταγράψομε να μη χαθούνε.

1) Στον χοίρο π.χ. όταν του πηγαίναμε τα βελάνια του ή τα άγγουρα φρούτα, που τυχόν τα έριξε ο αέρας και δεν κάνανε για μας, τους φωνάζαμε: "Τσου, τσου, έλα να. Τσου, τσου, τσου". Όταν θέλαμε να τους διώξομε τους λέγαμε: "Ούχι, ούχι, τσο". Τα νηπιάκια τους λέγανε "τσοτσο". Χαρακτηριστικό των χοίρων είναι η μεγάλη τους ικανότητα στο να προσανατολίζονται. Αν βάλομε ένα γουρουνάκι στο σακί να το πάμε σε απόσταση 20χλμ. αυτό, άμα το ελευτερώσομε θα προσανατολιστεί και θα επιστρέψει.

Οι κότες είπαμε ότι επεριφέρονταν γύρω - γύρω από το σπίτι μα είχανε και το "θράσος" να θέλουνε να μπαίνουνε και μέσα, και στα πεταχτά, αφήνανε και την "κουτσουλιά" (τα περιτώματά τους). Άμα θέλαμε να τις διώξομε τους λέγαμε: "ξιό, ξιό". Άμα τους ρίχναμε την ελαιοπυρήνα ή και, αν είχαμε "σκύβαλα" (χοντρά άχυρα, που μπορεί να ήτανε κανένα σπυρί καρπός) τους λέγαμε: "πτρούι, πτρούι, πτρούι" ή "πούλι, πούλι, πούλι". Συχνά τους βράζαμε αγριόχορτα και ειδικά τσουκνίδες που λέγανε ότι άμα τρώγανε τσουκνίδες κάνανε πολλά αυγά. Άμα έσερνε η κλώσσα τα πουλιά της, αν περνούσε κανείς από κοντά, αυτή βαρούσε συναγερμό και έδειχνε διάθεση να επιτεθεί. Τότε για να την καθησυχάσουμε της λέγαμε καλοσυνάτα: "στα καλά σου, στα καλά σου..."

3) Τον σκύλο όλοι τον ξέρουνε. Τον βλέπουνε δεμένο κάπου όπου εκεί δεμένος θα περάσει, πολλές φορές όλη την ζωή του. Ο σκύλος ήτανε ο πιο καλός φίλος μας, ο πιο καλός συνεργάτης και ο πιο πιστός υπηρέτης μας. Κάποιες φορές εξυπνούσε μέσα του το θηρίο και πήγαινε νύχτα πολύ μακριά και εσκότωνε ξένα πρόβατα. Δεν πείραζε τα κοντινά, για να μην τον υποψιαστούνε.

Ως κυνηγός ήτανε απαραίτητο εξάρτημα για τον κυνηγό αφεντικό του, μα και πολλές φορές, τότε που ήτανε πολλά κυνήγια, επήγαινε από μόνος του και, παρόλο ότι μπορούσε να είναι πεινασμένος, όταν έπιανε λαγό τον έφερνε και τον παρέδιδε στο σπίτι του αφεντικού. Ως φύλακας μπορεί να τον άφηνες να βλέπει ένα σφαμένο πρόβατο και όσο και αν πεινούσε δεν το πείραζε. Ως σκοπός είναι άγρυπνος και πιστικός ο σερνικός σκύλος συχνά εγκατέλειπε τη σκοπιά του και κυκλοφορούσε για γαμπρός, γι' αυτό τους ευνουχίζανε, τους σερνικούς σκύλους.. Ως σύντροφος, αν τσακωνότανε το αφεντικό του, συμμετείχε με τα δόντια του.

Ακόμα τότε που ήτανε η ζωοκλοπή, ήταν πάλι ο σκύλος πάρα πολύ χρήσιμος. Θα μπορούσε να κάνουνε λημέρι κρυμένοι κάπου. Αν τύχαινε να περάσει από κοντά κανείς, του έβαζε το χέρι στο σβέρκο ο αφεντικός τους και αυτός ξάπλωνε κάτω και δεν γάβγιζε. Άμα θέλανε να κλέψουνε ξένο πρόβατο το κυνηγούσε ο σκύλος, μα δεν γάβγιζε, ενώ άμα κυνηγούσε δικό τους πρόβατο να το πιάσουνε γάβγιζε παράξενα και λέγαμε πως "μπαχίζει". Ένας άντρας που είχε μεγάλες διαφορές με άλλους και κινδύνευε, ο σκύλος του είχε μπεί στο νόημα και άμα έμπαιναν στο δρόμο νύχτα προχωρούσε ο σκύλος 200 - 300 μέτρα μπροστά και άμα ανακάλυβε την ύπαρξη ανθρώπων εγύριζε πίσω και τριβότανε στα πόδια του αφεντικού του και δε γάβγιζε μα έκανε σιγανά: "Ιφ, Ιφ".

Όταν ένας βοσκός κυνηγούσε αίγες και του έπεσε το μαχαίρι από τη μέση του και δεν το κατάλαβε, το είδε όμως ο σκύλος και κάθισε και το έβλεπε και την άλλη μέρα όταν ξαναπήγε προς το μέρος εκείνο ο βοσκός τον είδε ο σκύλος από μακριά και του γάβγιζε χαρακτηριστικά και πήγε και βρήκε το μαχαίρι του. Είναι και ικανός κλέφτης ο σκύλος. Στο σπίτι του αφεντικού του δεν πειράζει τίποτα, αν όμως θα βρει την ευκαιρία να μπεί σε ξένο σπίτι, αρπά ότι μπορεί και πηγαίνει μακριά και το τρώει.

Τα πιο πολλά ζώα έχουνε απλανές βλέμμα, ο σκύλος όμως μας κοιτάζει μέσα στα μάτια για να μας ψυχολογήσει. Είναι το μόνο ζώο που εκδηλώνει τη χαρά του κινώντας την ουρά του, ενώ άμα τον μαλώνουμε ή και αν τον δέρνουμε δεν αντιδρά, μόνο κλαίει και βάζει την ουρά στα σκέλη του σαν να θέλει να ζητήσει συγγνώμη. Ακόμα είναι το μοναδικό ζώο που ζηλεύει. Όταν έχουμε δύο σκύλους, αν χαϊδέψουμε τον ένα έρχεται και ο άλλος και ζητά και αυτός να τον χαϊδέψουμε και εκείνον. Ακόμα παρατηρούμε όταν τσακώνονται δύο σκύλοι, ο αδύναμος πέφτει ανάσκελα με τα πόδια του πάνω και "παραδίνεται". Ο άλλος δεν τον πειράζει πια.

Δεν μιλά ο σκύλος, μα μας καταλαβαίνει όταν του μιλούμε. "Έλα" του λέμε για να τον ταΐσουμε. "Έξω" του λέμε και βγαίνει έξω. "Ψίτη" του λέμε για να τον διώξουμε. "Πούχιου" του λέμε για να τον βάλουμε να κυνηγήσει κανένα ζώο. "Ούστ" του λέμε για να τον μαλώσουμε. Ακόμα του λέγαμε και "ντο" για να τον μαλώσουμε, τα νηπιάκια τον λέγανε "ντοντό". Τώρα ο σκύλος ζει διαφορετικά, μέσα στα διαμερίσματα...

4) Τα φορτηγά ζώα τα λέγαμε "χτήματα". Ήτανε το γαϊδουράκι και το μουλάρι πολυτιμότατοι συνεργάτες. Ζευγαρίζαμε, αλωνεύαμε, μεταφέραμε τα πράγματά μας και ακόμα τα καβαλούσαμε αυτά τα ζώα για να μην κουραζόμαστε να περπατάμε, ή και όταν είχαμε ανημποριά. Για τα μουλάρια εσπέρναμε ταΐ και τα ταΐζαμε, μα στην κατοχή, που άμα είχαμε ταΐ την αλέθαμε και την κάναμε ψωμί, τα μουλαρογάιδουρα τρώγανε μόνο άχυρα και άμα βλέπαμε στην αρχή του χειμώνα ότι μπορεί να μην φτάσουνε τα άχυρα, βγαίναμε στο βουνό και κόβαμε μάζες και τις κάναμε μικρά κομματάκια με το σκεπάρνι και τα τρώγανε.

Τους δίναμε και χαρούπια. Τα νηπιάκια λέγανε "πρου - πρου" το γάιδαρο και το μουλάρι το λέγανε "μούλε". Στο γάιδαρο για να πηγαίνει πιο γρήγορα του λέγαμε "σε" ενώ στο μουλάρι λέγαμε "μούλε" ή και "μούλε ντε". Για να σταματήσει του λέγαμε "πσρού" και στο γάιδαρο και στο μουλάρι. Για να τα ταΐσουμε δεν χρειαζότανε να τα κράξομε αφού τα είχαμε μαζί μας όταν τους βάζαμε το φαΐ τους στη "ματζιαδούρα" στο μέρος που βάζαμε τα άχυρά τους. Πάνε να ξεγεννηθούνε από τα χωριά μας τα φορτηγά ζώα. Στη δεκαετία του 1970 π.χ. στο χωριό μου είχαμε 26 γαϊδάρους και 13 μουλάρια και τώρα δεν έχουμε κανένα.

5) Βόδια είχαμε στα μέσα του περασμένου αιώνα 30 ζευγάρια, ενώ στην εποχή πιο μεγάλων από μένα, όπως μου λέγανε, είχανε μέχρι και 60 ζευγάρια στο χωριό μου. Τώρα δεν έχουμε κανένα. Εγώ όμως τα έζησα και εζευγάριζα στα νεανικά μου χρόνια. Τα βόδια τα είχαμε αποκλειστικά για το ζευγάρι και το αλώνισμα. Τότε δεν είχαμε αλωνιστικές μηχανές και δέναμε 5-6 "βουιδογάιδουρα" κοντά - κοντά και τα γυρίζαμε γύρω - γύρω μέχρι να αλωνιστούνε τα στάχυα με τα πόδια τους.

Το μουσκαράκι το λέγαμε και "μουσκί". Το χρονιάρικο θηλυκό βόδι το λέγαμε "ματζέτα". Το συνηθισμένο στο αλέτρι το λέγαμε "καματερό βούι". Τα βόδια τα λέγαμε και "ζευτικά". Άμα θέλαμε να εμπνεύσουμε την εμπιστοσύνη τους τους λέγαμε χαϊδευτικά "μέω να να". Άμα θέλαμε να τα γυρίσουμε στο αλέτρι πίσω τους λέγαμε "έσω", "έσω" τους λέγαμε όταν τα γυρίζαμε και στο αλώνι που τα γυρίζαμε συχνά, διότι αυτά που ήτανε προς τα έξω κάνουνε μεγαλύτερους κύκλους. Άμα θέλαμε να τα διώξουμε ή και για να πηγαίνουνε πιο γρήγορα τους λέγαμε "ίω". Μάλιστα στο αλώνι, αυτός που τα λαλούσε (και που κρατούσε ένα δοχείο για να πιάνει στον αέρα τα περιττώματά τους, για να μην ανακατευτούνε με τα στάχυα) του έλεγε "ιω για σας, ιω για σας και ούλα τ' άχερα δικά σας".

Τα νηπιάκια τα λέγανε "μέο" τα βόδια. Το αρσενικό βόδι το λέγαμε και "ντανά". Όταν δένανε ένα νεαρό βόδι για πρώτη φορά στο αλέτρι μαζί με ένα παλιότερο για να συνηθίσει, λέγανε πως το καματερεύουνε" και του λέγανε: "Ως αγαπά ο διάολος του στιμαδόρου (εκτιμητή) το σπίτι, να αγαπάς το αλέτρι". Για τα βόδια σπέρναμε ρόβι, ένα ψυχανθές. Κόβαμε όμως και συκόφυλλα και τα ξεραίναμε και τους τα δίναμε το χειμώνα.

6) Η επαρχία Σφακίων, στην οποία ζω, είναι κτηνοτροφική, μα προ πάντων μέχρι πριν 50 - 60 χρόνια ήτανε κατ' εξοχήν κτηνοτροφική. Και οι πιο πολλές οικογένειες αποζούσανε από την κτηνοτροφία. Ασχολήθηκα κι εγώ, ειδικά σε "μιτάτα" (ορεινά τυροκομεία" και έχω εμπειρία. Τα κοπάδια στα Σφακιά τον πολύ καιρό ήτανε στους θερινούς βοσκότοπους που τους λέγαμε "μαδάρες". Ενώ το χειμώνα πηγαίνανε στα χειμαδιά.

Τα ζώα είχανε προσαρμοστεί στις μετακινήσεις αυτές και άμα αργούσανε να τα μετακινήσουνε, φεύγανε κάποιες φορές, από μόνα τους. Μια φορά π.χ. φύγανε 80 τράγοι από την Μεσαρά μόνοι τους, και ήρθανε στο Καλλικρατιανό δάσος, αφού αργούσανε οι βοσκοί τους να τους φέρουνε. Οι Σφακιανοί είχανε ιδιόκτητα χειμαδιά εκτός Σφακίων. Ακόμα τα δύο παξιμάδια στον κόλπο της Μεσαράς και η Γαυδοπούλα ήταν σφακιανές ιδιοκτησίες. Δεν μπορούσανε τότε να διαθέτουνε κτηνοτροφές και, ειδικά στα Σφακιά, που και λίγα χόρτα βγάζει εκεί η πεδινή παραλιακή λωρίδα, μα και τη σπέρνανε. Τα λίγα ζώα που ξεχειμωνιάζανε στα Σφακιά, τα αφήνανε στις κορφές και το χειμώνα που βγάζει περισσότερα χόρτα, και το διακινδυνεύανε και δεν ήτανε λίγες οι φορές που εσκότωσε το χιόνι δεκάδες πρόβατα ή και πάνω από 100. Οι αίγες είναι πιο πονηρό ζώο και άμα βλέπανε ότι αρχίζει να χιονίζει φεύγανε για τα χαμηλά που δεν πιάνει χιόνι.

Έχουνε προσαρμοστεί και τα ζώα στον τρόπο ζωής που τους επιβάλλει ο άνθρωπος. Τα κουδούνια π.χ. τα βάζουνε στους "μουνουχότραους" και στους "μουνουχοκριγιούς" (ευνούχους) για να καθοδηγούνε το κοπάδι και όταν τα πηγαίνανε στα χειμαδιά ή και όταν θέλανε να τους δώσουνε δρόμο γενικά, πάντα είναι μπροστά αυτοί με τα κουδούνια και ακολουθεί το κοπάδι. Τους λένε και "μπροστάρηδες". Το κουδούνι του ο τράγος το θεωρεί ιδιοκτησία του. Κάποτε ένας βοσκός έβγαλε το κουδούνι από έναν τράγο και το έβαλε σε έναν άλλο, αυτός όμως που το ήξερε δικό του εκουτουλούσε τον άλλο τράο που φορούσε το κουδούνι του και, αφού ο βοσκός σκέφτηκε ότι μπορεί και να σκοτωθούνε, ξαναγύρισε το κουδούνι στον "ιδιοκτήτη του". Στους επιβήτορες δεν βάζουνε κουδούνια γιατί τον καιρό που ερωτεύονται, αν εφορούσαν κουδούνα θα προκαλούσαν συναγερμό όταν κυνηγούνε τις "δύσκολες".

Καμιά φορά που θέλει ο προβατοβοσκός να έχει και τράγους στο κοπάδι του παίρνει ένα αρσενικό ριφάκι και το "φλουμίζει" (το βάζει και βυζαίνει προβατίνες) και άμα μεγαλώσει ακολουθεί στα πρόβατα και δεν πηγαίνει με τις αίγες. Αυτούς τους τράγους τους λέμε "προβατάρους". Άλλο χαρακτηριστικό στα γιδοπρόβατα είναι που αγαπούνε την "παγανέ" τους (το μέρος που έχουνε συνηθίσει να ζούνε και αν τα πάμε σε άλλο μέρος φεύγουνε και γυρίζουνε στον τόπο τους.

Για να τα ποτίσουμε τους φωνάζουμε "πτρούσω, έλα να πτρούσω" και στα πρόβατα και στις αίγες. Για να τα "κουρτίσουμε" (να τα βάλουμε στην μάντρα που εμείς την λέμε κούρτα) τους λέγαμε στα πρόβατα "στη σω" (στα έσω) ενώ στις αίγες λέγαμε: "λάσω" (έλα έσω). Για να διώξουμε τις κατσίκες τους λέγαμε "ξήκω".

Εμπροσδιορίσαμε το στάδιο της μέρας, τότε που δεν είχαμε ρολόγια, την ώρα που πηγαίνανε στον ίσκιο που το λέγαμε "σταλιστό" τον καιρό που κάνει ζέστες, ενώ όταν φεύγανε από τον ίσκιο το λέγαμε "ξεσταλιστό".

Είπαμε πως δεν τα ταΐζανε πιο παλιά τα κοπαδιάρικα ζώα, τώρα που άρχισαν να τα ταΐζουνε τους φωνάζουνε "έλα, να, να, να" και έρχονται στο φαΐ μα πολλά κοπάδια που πηγαίνει ο βοσκός με το αυτοκίνητο να τα ταΐσει, τους χτυπά την κόρνα του αυτοκινήτου του και πηγαίνουνε, γιατί γνωρίζουνε την κόρνα.

Αυτά που ζήσαμε εμείς, οι σημερινοί υπέργηροι, δεν θα τα ξαναζήσουνε άλλοι, ας τα καταγράφομε λοιπόν και μην τα πάρομε μαζί μας...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

ΤΥΧΗΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...


Άμα θέλει η πουτάνα η τύχη να σε βρεί, το κάνει ακόμη και την ώρα που κοιμάσαι, ή με άλλα λόγια την ώρα που δεν το περιμένεις ποτέ...Αυτή είναι η ιστορία του Στέλιου, που όταν είχε απελπιστεί γύρισαν τα κάτω πάνω...

Από χωριό του Ηρακλείου καταγότανε, χτισμένο σε τέτοιο τόπο που οι κάτοικοι είχανε μόνο δυο επαγγελματικές - οικονομικές διεξόδους: Ή μένανε και κάνανε τους βοσκούς για όλη τους τη ζωή με πενιχρά αποτελέσματα λόγω ορεινού κι άγονου τόπου, ή φεύγανε και προσπαθούσανε να κάνουνε αλλού την τύχη τους όπως μπορούσανε...

Έτσι και ο Στέλιος που κατάφερε να τελειώσει το λύκειο της περιοχής με αρκετά καλό βαθμό, ώστε να εισαχθεί σε ανωτάτη σχολή καταδώ μεριά. Ερχότανε 5 χρόνια για να σπουδάσει, με ελπίδα να ξετελέψει οτιδήποτε θα του επέτρεπε να μην ξαναγυρίσει στην ζωή που έκανε τα εφηβικά του χρόνια και συνέχιζαν να κάνουν αυτοί που μείνανε πίσω...

Έκανε έξοδα ο γέρος του να του νοικιάζει σπίτι εδώ όλα αυτά τα χρόνια, να έχει να περνά καθημερινά και να έχει τα εισιτήρια να μπορεί νάρχεται τακτικά στο χωριό του, να βλέπει τι γίνονται, να τους βοηθά όποτε χρειαζόταν και να ανεφοδιάζεται πριν επιστρέψει πάλι στα μαθήματα και τα εργαστήρια της σχολής...

Τελικά πήρε πτυχίο, εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αμέσως μετά κι αυτό ήταν όλο κι όλο η περιπέτεια πέρα από το χωριό του. Ξαναγύρισε με το απολυτήριο του στρατού, τόβαλε πλάι - πλάι με το άλλο χαρτ΄ιτης σχολής και τα κοίταζε, αφού δεν του χρησιμεύανε στην αγορά εργασίας, που όπου κι αν πήγαινε τον διώχνανε, σαν χωριάτης που ήταν σε εμφάνιση και συμπεριφορά.

Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα, όσα χαρτιά κι αν προσθέσει κανείς στην συλλογή του, να γίνει ελκυστικός σε κάποιο αφεντικό, να φορτωθεί τη ζωή του. Άδικα πήγαινε συχνά στη μεγάλη πόλη την κοντύτερη στο χωριό του, όταν έβλεπε καμμιά αγγελία ή άκουγε για προκύρηξη διαγωνισμού...Πάντα γυρνούσε πίσω με τα χαρτιά του στα αζήτητα...

Θέλοντας και μη έκανε τον βοσκό πάλι, όπως και πρώτα σαν παιδί. Τι να βοσκήσει όμως σε τόπο που σπανίζει το χορτάρι και δε νετσουλώνουνε τα οζά, να έχουνε γάλα ή κρέας ικανό να πουληθούνε...Και οι ίδιοι οι χωριανοί για να φάνε κρέας, έπρεπε να πάνε σε άλλο χωριό παραπέρα και χαμηλότερα, πιο ευνοημένο από τη φύση με κάμπο και σπαρτά, όπου βόσκανε περισσότερα οζά και τετράπαχα, ν' αρπάξουνε μερικά για λογαριασμό τους...

Έτσι έκανε κι εκείνο το βράδυ ο Στέλιος με μερικούς ακόμη νέους του χωριού του, που ξεκινήσανε για την τακτική τους ζωοκλοπή με στόχο μια στάνη που είχανε εντοπίσει προ ημερών σε πεδινό τόπο...

Δεν τα καταφέρανε στον σκοπό τους, τους εντοπίσανε εγκαίρως οι νοικοκυραίοι και φύγανε άπραχτοι, μα για τον Στέλιο τότε ήταν η στιγμή που η τύχη του αποφάσισε να τον φλεβαρίσει ευνοικά. Με την μορφή της κόρης του ιδιοκτήτη, που τον είχε δει από το παράθυρο της κάμαρας της όταν μπήκανε στη στάνη να κλέψουνε τα ζώα που ήταν η περιουσία και η προίκα της...

Αυτή ήταν που απέτρεψε τον αρκετά εύπορο στην περιοχή πατέρα της να μην δώσει τους νέους στους μπάτσους, αυτή ήταν που μετά από λίγο συνάντησε τον Στέλιο σε πανηγύρι και γνωριστήκανε λέγοντας του την ιστορία, αυτή που σαν ανύπαντρη που ήταν τότε θέλησε να γίνει αυτός ο άντρας της ζωής της...

Δεν ήταν ούτε λίγη ούτε άσχημη για τα μέτρα του Στέλιου, που μέσα στα 2 επόμενα χρόνια απόκτησε όσα δεν φανταζότανε μέχρι τότε κι έφτιαξε τη ζωή του με πλούτο κι ευτυχία...

Δεν ήταν μόνο η σύντροφος που αναπάντεχα απόκτησε για το υπόλοιπο της ζωής του (εκεί τα διαζύγια απλώς δεν επιτρέπονται από κανόνες άγραφους, έτσι απλά), δεν ήταν το μεγάλο και καλοθρεμμένο κοπάδι που έγινε δικό του, πήρε και κάτι ακόμη σαν bonus: ένα μικρό τότε κρεοπωλείο, ιδιοκτησίας του πεθερού του που πέρασε σ' αυτόν...

Αν και μέχρι τότε ήταν ένα μαγαζάκι για τις ανάγκες κείνου του χωριού και των γύρω σε φρέσκο κρέας, στάθηκε εύκολο για τον σπουδαγμένο Στέλιο να το επεκτείνει, να το εκσυγχρονίσει, να πάρει τις απαραίτητες πιστοποιήσεις ποιότητας κι υγιεινής και να κάνει σοβαρό εμπόριο με σούπερ μάρκετ σε πολλά μέρη...

Λεφτά απόκτησε αρκετά κι επένδυσε κιόλας, σε τομείς που ήξερε βέβαια:
Έφτιαξε και μια ορεινή χασαποταβέρνα όπως ήθελε πάντα την εποχή της φτώχειας τους και διαθέτοντας ζώα δικής του εκτροφής και σφαγής, μπορεί να προσφέρει καλοψημένες μερίδες εκλεκτού κρέατος χωρίς να τσιγκουνεύεται ποιότητα και ποσότητα στα πιάτα...

Στα πιάτα των πολλών επισκεπτών της ορεινής περιοχής που μετά τη βόλτα καταλήγουν πεινασμένοι στην ταβέρνα του και φεύγουν βοσκημένοι πλήρως, έχοντας να λένε για γαλαντομία και περιποίηση.
Έγινε γνωστή η ταβέρνα του στους πάντες, που κάνουν εκεί γάμους, βαφτίσια κι άλλες εκδηλώσεις, με το αζημίωτο για τον Στέλιο. Κι ας κάνει τώρα τρεις δουλειές ταυτόχρονα, που τον απασχολούν μέρα και νύχτα, δε νοιάζεται...

Είναι στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, μ' αυτήν που τον αγάπησε και τα παιδιά που απόκτησαν στο μεταξύ, κάνει τις δουλειές που ήξερε και πάντα ήθελε να κάνει, προσφέρει εργασία και σε άλλους...

Ο πρώην άνεργος φτωχός βοσκός που για να φάει κρέας έπρεπε να κλέψει ζώα αλλουνού, τώρα καλεί τους πρώην συντρόφους του και συγχωριανούς του να τους κεράσει, προσέχοντας όμως παλιές του συνήθειες λέγοντας τους:

- Νάρχεστε να τρώτε επαέ ότι θέτε, μα μην ξανοίγετε τα κοπάδια μου, σε μένα που ξέρω!

Δεν ξέρω ακόμη αν τους δίνει και συμβουλές τύχης, όπως ένα παιχνίδι και συγκυρία (καλής) τύχης ήταν το ξεκίνημα της νέας, εύπορης κι ενδιαφέρουσας τώρα ζωής του. Με την παρένθεση των άσκοπων σπουδών, που αν τον ευνοούσε εκεί η τύχη, τώρα θα ήταν φουκαράς υπάλληλος ή έστω μικρο-επιχειρηματίας να στελιώνει πρίζες, κινητήρες κι ασανσέρ...

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΡΓΗΣ...


Οι περισσότεροι μύθοι υπάρχουν μέχρι να καταρριφθούν...

Γνωστός ο μύθος μεταξύ σκύλων και γατών, μα φάινεται πως κάποια ζώα δεν τον ξέρουνε κι αναπτύσσουνε ιδιαίτερα στοργικές σχέσεις αλληλοτρυφερότητας...

Όπως αυτά της χαρακτηριστικής φωτογραφίας, μιας από τις πολλές που πρόσθεσαν στην συλλογή μου, αφού δεν έδειχναν να ενοχλούνται καθόλου από την επιμονή κι αδιακρισία του φακού...