Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 29



Εν τω μεταξύ ο Σταύρος και η Τασία που είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο στην Γαλλική σχολή, ήξερε καλά Γαλλικά και είχε και μουσική παιδεία, ήταν πλέον ζευγάρι κανονικό σε μεγάλο έρωτα. 

Πρώτος μεγάλος και μοναδικός έρωτας ήταν και για τους δυο. Στην μετέπειτα κοινή πορεία τους μέχρι το τραγικό τέλος, δεν υπήρξαν προβλήματα συζυγικής πίστης κι απιστίας, αν και είχανε άφθονες ευκαιρίες δεδομένες, λόγω του εξωστρεφή τρόπου ζωής που προτίμησαν να ζήσουνε. Δεν θα ακουγόταν από τα στόματα τους για όλα τα επόμενα χρόνια που θα ζούσαν μαζί, εκείνο το τελειωτικό:

-  Θέλω να χωρίσουμε…

Που εκστομίζουν τόσο εύκολα πολλά ζευγάρια, ακόμη και από τις πρώτες δυσκολίες που θα συναντήσουν στη σχέση του, ή απλά όταν έρθει ο καιρός που θα βαρεθεί ο ένας τον άλλο. Δεν θα συνέβαινε το ίδιο με τον Σταύρο και την Τασία, όπως ακριβώς ορκίζονταν μεταξύ τους, παιχνιδίζοντας. Αυτοί θα έμεναν μαζί…

 Ήτανε δοσμένοι αποκλειστικά ο ένας στον άλλο. Το καταλαβαίνανε αμέσως και οι άλλοι, όλοι οι άνθρωποι δηλαδή που κυκλοφορούσαν έξω και τους βλέπανε συχνά να κάνουνε την βόλτα τους περπατώντας αγκαλισμένοι αργά και καμαρωτά στον δρόμο του Μπόλαρη, τον πιο κοσμοπολίτικο δρόμο και νυφοπάζαρο της εποχής. 


Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 28

Ήταν ένα παλαιό Τούρκικο φρούριο δίπλα στο μικρό χωριουδάκι το Καλάμι, που τότε το χρησιμοποιούσαν ως υψηλής ασφάλειας εγκληματική φυλακή για βαρυποινίτες, γίνονταν κι εκτελέσεις θανατοποινιτών σε ένα πλάτωμα που του έδειξαν φευγαλέα κοντοφτάνοντας από τον δρόμο. 

Με την άφιξη του και αμέσως μετά την καταγραφή του στο μητρώο της φυλακής, τον έβγαλαν ξανά για λίγο έξω με συνοδεία. Μέχρι ένα διπλανό ανοιχτό χωράφι, όπου επέτρεπαν και συνάμα υποχρέωναν τον κάθε νεοφερμένο τρόφιμο να γεμίσει τρουλωτά με μαλακά άχυρα, φρέσκιες μυρωδάτες μαραθιές κι ότι άλλες καλοκοιμητές εύρισκε και μάζευε στην σύντομη βόλτα του, έναν μεγάλο φάρδο από χοντρή λινάτσα, που του είχανε δώσει μέσα. Ο οποίος φάρδος παραγεμισμένος θα χρησίμευε εφεξής σαν υποτυπώδες στρώμα, πλακωμένος ανάμεσα στο κορμί του και το σιδερένιο κρεβάτι, τις ώρες του ταραγμένου ύπνου του.

Γέμισε η ματιά του Ζαχάρη από το μπλε χρώμα της θάλασσας που απλωνόταν ως τα βάθη του ανοιχτού ορίζοντα εμπρός του. Γέμισαν και οι πνεύμονες του αλμυρό οξυγόνο από τον αέρα που του έστελνε άφθονο το ανοδικό ρεύμα όσο ήταν έξω. Για τα επόμενα 11 χρόνια δεν θα ξανάβλεπε το χρώμα της πίσω από τους ψηλούς πέτρινους τοίχους της φυλακής. Ούτε θα ένοιωθε την δροσιά της στο κορμί του τα καλοκαίρια της νιότης του. 

Θα  άκουγε πάντως τα μακριά χειμωνιάτικα βράδια μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους, τον μανιασμένο αχό της να ξεσπά στους απότομους βράχους  κάτω από το φρούριο κατατρώγοντας τους και θα ένοιωθαν όλοι την υγρασία της να τους περονιάζει και χρόνο με τον χρόνο να αποτίθεται στα κόκκαλα τους. Θα έβλεπαν και σκόρπια ψήγματα από το αλάτι της στερεό & κολλημένο στους τραχείς τοίχους. Από όπου το μάζευαν ξύνοντας το μερικοί και το έγλυφαν λαίμαργα, σαν κάτι ξέχωρο και σπάνιο για τους κάλυκες της γεύσης τους, συνηθισμένους στα νερόβραστα κι ανάλατα φαγητά της φυλακής...    

Η πολύχρονη φυλάκιση σε τέτοιες σκληρές συνθήκες δεν είχε καταβάλλει τον νεαρό Ζαχάρη, που με εγκράτεια παρέμενε λεπτός, δυνατός, σφιχτός και αρκετά όμορφος. Ενώ τα καλύτερα του και πιο δημιουργικά αν ήταν ελεύθερος χρόνια καθενός άντρα περνούσαν το ένα μετά το άλλο στην αράδα, μεγάλωνε στα πέτρινα υγρά κελιά χωρίς να χαρεί τίποτα από τα νιάτα του, από όλα εκείνα που οι συνομήλικοι του θεωρούσαν δεδομένα. Ούτε καν την βαθύτερη του επιθυμία  του να κάνει εμπόριο και να πλουτίσει, κάτι που θα τον έτρωγε όλη την μετέπειτα ζωή του...

Είχε μεταφερθεί κι αυτός στην Αγυιά, όπου δουλεύοντας στο αμπέλι της αγροτικής φυλακής περίμενε να περάσουν τα 9 τελευταία χρόνια της ποινής, τώρα που η μια μέρα μετρούσε για δυο, να δει τι θα απόκαμε με την ζωή του. 

Εκεί ήταν που γνωρίστηκαν με τον Τσούρδο, στον ίδιο θάλαμο τους κλείνανε και κοιμότανε τα βράδια, στο ίδιο αμπέλι δούλευαν, μαζί τρώγανε το συσσίτιο από τις αλουμινένιες καραβάνες και κοιμότανε σε γειτονικά κρεβάτια. Κάθε μέρα μιλούσανε συχνά και μοιράζονταν τα ίδια τσιγάρα κομμένα στη μέση, προσφιλή συνήθεια των κρατούμενων που δεν τα είχαν άφθονα. Με τον καιρό γίνανε φίλοι.



Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 27

Πονήρεψε ο νεαρός Ζαχάρης γρήγορα, άρχισε να κάνει και πλανόδιο εμπόριο με ένα γάιδαρο γυρνώντας τα γύρω χωριά, πουλώντας ή ανταλλάσοντας πράγματα, κυρίως αγροτικά προϊόντα. Έπιασε και κατοχή όταν έφτανε να ενηλικιωθεί, στα μέρη του ήρθαν Ιταλοί, μεγάλωσαν οι ανάγκες για τροφή όλου του πληθυσμού μετά την συλλογή και αρπαγή της συγκομιδής από τους κατακτητές, κι άρχισε τα κόλπα.

Ο καρπός που έφτανε στο σπίτι για την οικογένεια όλο και λιγόστευε, υποψιάστηκε ο πατέρας που κίνησε ένα πρωινό κι έψαξε ένα - ένα όλα του τα χωράφια. Σε μια κρυψώνα σε κάποιο από όλα, βρήκε αποθέματα καλά φυλαγμένα από αδιάκριτα μάτια & χέρια και μονομιάς κατάλαβε:

- Τον άτιμο τον Ζαχάρη, κρύβει τον καρπό για να τον πουλήσει στη μαύρη αγορά!

Κι έτσι ακριβώς είχε η κατάσταση, το εμπορικό δαιμόνιο του Ζαχάρη είχε ξυπνήσει για τα καλά εκείνες τις μαύρες μέρες με τις πολλαπλές ελλείψεις τροφής κι άρχισε να σχηματίζει ένα σεβαστό κομπόδεμα, χωρίς να πει πράμα στους δικούς του όμως. Εκμεταλλευόμενος τις συνθήκες και τις ανάγκες των ανθρώπων.

Παντρεύτηκε νωρίς μια κοπέλα την ηλικίας του από το ίδιο χωριό κι ήταν έτοιμος να φτιάξει την ζωή του σαν μελλοντικός πολλά υποσχόμενος έμπορος. Σε όλη την γύρω περιοχή της Ιεράπετρας, ίσαμε και τα γειτονικά χωριά της Βιάννου, είχε φτάσει η χάρη και η δράση του, πάντα αεικίνητος και αστραπόμυαλος ως εκ του φυσικού του ήταν.

Αυτό διακόπηκε απότομα όταν πάτησε τα 20 του χρόνια και συνέβηκαν τα παραπάνω, σε μια αποφράδα στιγμή. Τότε που μετά το τριπλό φονικό που διέπραξε για να σώσει την ζωή του, συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε ως στυγνός εγκληματίας, όπως τα γεγονότα για έναν εξωτερικό παρατηρητή έδειχναν. 

Τα πρώτα, σκληρότερα και περισσότερα χρόνια της φυλακής αμέσως μετά την πολύχρονη καταδίκη του, τα έκανε πολύ μακριά από το χωριό και τους ως τότε ορίζοντες του, στον νομό Χανίων. Αφού αρχικά τον μετέφεραν στην άλλη άκρη της Κρήτης, πάνω από τον κόλπο της Σούδας στο Ιντζεδίν, σιδηροδέσμιο σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής με το μικρό φορτηγάκι και τους ευάριθμους ένοπλους χωροφύλακες να τον έχουν σε απόσταση αφού είχε χαρακτηριστεί ως «ιδιαιτέρως επικίνδυνος».


Σύντομα η συνέχεια...

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 26

Ήταν μια βαριά ποινή που για να την μειώσει, ο Τσούρδος που δεν ήταν νεαρός μα περασμένος μεσήλικας ζήτησε να πάει στις αγροτικές φυλακές της Αγυιάς, κοντά στα Χανιά κι αυτές, όπου η μια μέρα μετρούσε διπλή για τους κρατούμενους, κάνοντας διάφορες αγροτικές δουλειές στις ανοιχτές εκτάσεις της φυλακής.

Εκεί είχε ήδη μεταφερθεί και ο Ζαχάρης, ένας άλλος βαρυποινίτης που είχε είκοσι χρόνια φυλακή να εκτίσει. Είχε μπει στην φυλακή 20 χρονών και προσδοκούσε να βγει στα 40 του, με καλή διαγωγή. Είχε σκοτώσει τη νεαρή πρώτη του γυναίκα, τον πατέρα της και τον μεγάλο αδερφό της σε οικογενειακό καυγά, με μια και μόνη γυριστή μαχαιριά και τους τρεις, με τον πασαλή που ευτυχώς για αυτόν κρατούσε πάντα μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Ελάχιστες στιγμές μόλις πριν προλάβουν να τον σκοτώσουν αυτοί με ένα μεγάλο τσεκούρι, όπως προσπαθούσαν αφού είχαν πέσει οικογενειακώς πάνω του, τον είχαν γονατίσει και τον κρατούσαν χάμω, όλα αυτά στους Μεσελέρους, το χωριό τους, σε ένα χωράφι τους. Άλλη ξεχωριστή, τραγική ιστορία αποτελεί η ζωή του Ζαχάρη.

Την πρώτη του 20ετία την πέρασε ζώντας στο χωριό του, ένα φτωχικό ορεινό χωριουδάκι κάπου στην Νότιο Ανατολική άκρη της Κρήτης κοντά στην Ιεράπετρα. Εννιά παιδιά γέννησε η μάνα του, τα δυο πεθάνανε νωρίς και γλιτώσανε από την φτώχεια, τα άλλα μεγαλώνανε σε ένα μικρό δίπατο σπιτάκι όπως μπορούσανε. 

Προτελευταίος γιός ο Ζαχάρης, τραβούσε όλες τις αγγαρείες του σπιτιού με τα πολλά στόματα που θέλανε τροφή να επιβιώσουνε. Η παρασιά δεν έσβηνε ποτέ, ολημερίς μαγείρευε στο σπίτι η μάνα, οι σπιτικές μακαρούνες και τα λαδοτύρια ήταν συχνά στο οικογενειακό τραπέζι. Ανάμεσα στα κουκιά, τις αγγινάρες, τις μελιτζάνες και τα κολοκύθια, ανακατεμένα να αυγατίσουν με τα χόρτα που κουβαλούσε αδιάκοπα ο πατέρας γυρνώντας στα διάσπαρτα εδώ κι εκεί κι όχι και τόσο εύφορα χωράφια τους. Ο μικρός Ζαχάρης από νωρίς στα άγουρα χρόνια του από κοντά σαν αγόρι να τον βοηθά, γιατί τα περισσότερα από τα υπόλοιπα παιδιά ήταν θηλυκά.

Οι γραμματικές του γνώσεις σταμάτησαν στην Τετάρτη του δημοτικού, προείχε η ολοήμερη απαιτητική και πολύ κουραστική καλλιέργεια της γης να βγάλει καρπό, να τραφούν όλοι και να μείνει και κατιτίς να πουληθεί, να έχουν και κάποια λεφτά φυλαγμένα σε μια μπάντα αν παραστεί ανάγκη.

Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 25

Ο πατέρας του Γεράσιμου που ασχολούνταν με τα κοινά στην επαρχία τους, είχε άκρες με τον βουλευτή και υπουργό της εποχής τον Πολυχρόνη τον Πολυχρονίδη. Τότε ήταν που προσπαθούσε να βάλει τον γιο του και κάποια άλλα παιδιά από τα τριγύρω χωριά του Αποκορώνου που είχανε τελειώσει το δημοτικό τουλάχιστον, στην Χωροφυλακή και την Πυροσβεστική που ζητούσανε προσωπικό. 

Όσοι κρίνονταν πως ξέρανε να «δώσουνε του γαιδάρου άχερα» πηγαίνανε στην Πυροσβεστική, οι υπόλοιποι στην Χωροφυλακή. Αυτό γιατί όπως λέγανε περιπαιχτικά, μια φωτιά που θα άναβε κάπου έπρεπε οπωσδήποτε να σβήσει πριν κάνει μεγάλη ζημιά, ενώ ένας κλέφτης που θα έμενε ασύλληπτος μια φορά, δεν αποτελούσε και τόσο κακό.

Τα κατάφερε εντέλει ο επαρχιώτης κομματάρχης κι έτσι κάποιοι «τυχεροί» νεαροί από το Νιο χωριό και τα γύρω χωριά βρέθηκαν στην Πυροσβεστική, ενώ στην Χωροφυλακή ο Γεράσιμος και ο Γιώργος ο μικρότερος αδερφός του Σταύρου. Που στην κατοχή ήταν πολύ μικρός και εν τω μεταξύ στα χρόνια που πέρασαν μέχρι τώρα, είχε γίνει έναν νεαρός άντρας που κόντευε τα δυο μέτρα, αποτέλεσμα της περίσσιας φροντίδας της μάνας τους προς το στερνοπαίδι της τα επόμενα ελεύθερα χρόνια, που κόντεψε να παθάνει από την πείνα και το κρύο στην ορεινή Ραμνή τότε. 

Ήθελε κι αυτός μαθές να φύγει από το χωριό μετά που γύρισε απολυμένος από την στρατιωτική του θητεία κάπου στα ορεινά ης Κοζάνης, να μην περάσει την ζωή του στα χωράφια, τελικά την πέρασε στην Χίο και την Σάμο όπου και παντρεύτηκε, σαν τροχονόμος ήρεμη και χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια. Με πρώτο σταθμό την Ρόδο, όπου ήταν η σχολή της Χωροφυλακής που πρωτοπήγανε για εκπαίδευση...

Τώρα που είχανε το νόμο με το μέρος τους, όλοι οι παραπάνω συγγενείς και οι λοιποί χωριανοί μαζί, κυνήγησαν τον Τσούρδο που του είχανε πολλά μαζεμένα για όλα τα χρόνια που ζούσε. Με πολλές ελαφρές και βαριές κατηγορίες φορτώθηκε (από κλεφτοκοτάς κατ' επανάληψη, καταδότης των Γερμανών, αυτόκλητος ρουφιάνος, καταπατητής χωραφιών ξενιτεμένων, καβγατζής, μέχρι τον αναίτιο ξυλοδαρμό και την απόπειρα ανθρωποκτονίας πρόσφατα) συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια «αυστηρά φυλάκιση». Κατά συγχώνευση, όπως είπαν οι δικαστές στο τέλος της δίκης.

Μα δεν τον ξεφορτώθηκαν από το σόι του Σταύρου ακόμη...



Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 24

Στο μεταξύ πίσω στο χωριό, ο Τσούρδος έδωσε συνέχεια στον παλιό ξυλοδαρμό του. Αφού όμως δεν θα κατάφερνε με τίποτα να δείρει τον Σταύρο, πήγε κι έδειρε απρόκλητα έναν ξάδερφο του, τον Γεράσιμο. Ακόμη έστησε μποσκάδα μια νύχτα, για να σκοτώσει τον καλύτερο φίλο του Σταύρου, τον Μανώλη τον Πάπιτσο. 

Είχε σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο απέναντι από το σπίτι της αδερφής του Μανώλη κάποιο σκοτεινό βράδυ με τον τσιφτέ στα χέρια και περίμενε καρτερικά με υπομονή μουλαρίσια, κουρνιασμένος ακίνητος πάνω σε ένα πυκνόφυλλο κλαδί. Ο Μανώλης ήρθε για να φάει, κάθισε δε στο τραπέζι με την πλάτη του προς το μέρος που είχε κρυφτεί ο άλλος και δεν τον έβλεπε. 

Ο Τσούρδος πυροβόλησε κάποια στιγμή, που έτυχε να σκύψει ο Μανώλης για να βάλει μια μεγάλη μπουκιά στο στόμα του, η σφαίρα πέρασε λίγο πάνω από το κεφάλι του και καρφώθηκε στον τοίχο απέναντι. Πετάχτηκε πάνω ο Μανώλης και πόρισε όξω με το δικό του πιστόλι που είχε τραβήξει αμέσως καθώς το είχε πάντα μαζί του, το αμερικάνικο, το δώρο του φίλου του. 

Πυροβόλησε κι αυτός στο σκοτάδι μερικές σφαίρες μα δεν βρήκε στόχο, ο Τσούρδος πρόλαβε και κατέβηκε από το δέντρο με ένα σάλτο (πιο πολύ από τον φόβο του) κι εξαφανίστηκε γλακώντας γρήγορα στο σκοτάδι, με τις φωνές του Μανώλη να αντηχούνε στα αυτιά του:

-    Κάτσε μωρέ άτιμε, να δεις πως πολεμούνε οι άντρες!!!

Δεν θα τη γλίτωνε όμως έτσι απλά αυτή τη φορά...


Σύντομα η συνέχεια...

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 23

Της έφερνε κι αυτός πότε - πότε κάποια δώρα που του ζητούσε, μια κι αυτή δεν έβγαινε συχνά έξω, δεν επιτρεπόταν στις αυστηρώς επιβλεπόμενες μαθήτριες της Γαλλικής σχολής οι άσκοπες βόλτες. Τον καθοδηγούσε μέσα από τα κάγκελα αυτή κι απέξω αυτός, να μαθαίνει τα κατατόπια και τα σημεία εκείνα που δεν ήξερε, να πηγαίνει στην πόλη και να της φέρνει πότε παγωτό από τον «Ευσταθίου», πότε αμυγδαλωτά από τον «Ταμπακόπουλο» και πότε μπουγάτσα από τον «Ιορδάνη», τρία από τα πιο αγαπημένα της Χανιώτικα εδέσματα. Οι τυρόπιτες και τα παγωτά του «Κλάρα» υπήρχανε και στο κυλικείο της Γαλλικής σχολής.

Βγήκαν μια βόλτα αργότερα οι δυο τους ένα σούρουπο, μα βόλτα όμως κοντινή και εντός των ορίων της περιοχής, πήγαν ως το λιμανάκι της Αγίας Κυριακής στην άκρη της κατοικημένης Χαλέπας. Ερημικό μέρος τότε, χωρίς σπίτια με αδιάκριτα βλέμματα πίσω από μισόκλειστες κουρτίνες, ένα πολύ μικρό λιμανάκι με λίγες ψαρόβαρκες, μερικά πιο απόμερα εργαστήρια των Ταμπακαριών κι ένα εκκλησάκι ήταν μόνο, που μάζευε αξιόλογο πλήθος κόσμου μοναχά δυο φορές τον χρόνο. Στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής τον Ιούλη τη μια και την μέρα της Καθαρά Δευτέρας, που πήγαιναν και γιόρταζαν τα κούλουμα οι παλαιοί Χανιώτες, την άλλη.

Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου αποτελούσε απαγορευμένο τόπο για τα καθώς πρέπει κορίτσια των καλών οικογενειών, μα η Τασία με τη παρέα του Σταύρου «της» θα πήγαινε οπουδήποτε. Την σαγήνευε τόσο αυτός ο άντρας, αδρός κι αρρενωπός από τη μια, μα τρυφερός και γλυκός από την άλλη. Πως την αγκάλιαζε τρυφερά όταν φώλιαζε στην αγκαλιά του εκείνη, πως έγερνε και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του και μετά χαμηλότερα στο πλατύ τριχωτό στήθος του να νοιώθει σιγουριά, πόσο απαλά ήταν τα μαλλιά της στο πρόσωπο του, πως την σήκωνε με τα χέρια του ψηλά, αν και ήταν λίγο ψηλότερη του στο μπόι, ανάλαφρα για κείνον τα 45 μόλις κιλά της, το πρώτο τους φιλί και ο έρωτας γεννιέται, όπως ήταν φυσικό...

Την συνάρπασε όταν της είπε πως ήταν βετεράνος του πολέμου της Κορέας και πως βρέθηκε εκεί ως εθελοντής για να βγει νωρίτερα από την φυλακή. Της είπε μερικές κουβέντες στα Αγγλικά, τις μόνες που είχε καταφέρει να μάθει. Του μίλησε εκείνη Γαλλικά που ήξερε καλά. Της είπε ακόμη πολλά για το χωριό, την οικογένεια του και τη ζωή τους εκεί από όταν ήταν παιδί, ώσπου να έρθει να μείνει και να δουλέψει στα Χανιά, όπου μια μέρα την συνάντησε και γνωρίστηκαν.

Όποτε πληρωνόταν κάθε μήνα, την πήγαινε με κούρσα στη «Νυχτερίδα» την φημισμένη ταβέρνα του Μαστορίδη στις Κορακιές. Για ρομαντικό δείπνο στον κήπο της, κάτω από τα αστέρια και με πανοραμική θέα όλη την πόλη των Χανίων, να απλώνεται φωτισμένη τις νύχτες πέρα από τα πόδια τους. Δείπνο που τελείωνε κάθε φορά με χειροποίητα γλυκά και σπιτική τσικουδιά, προσφορά των ιδιοκτητών στους πελάτες τους, ήξεραν να τρώνε καλά όσοι ανηφόριζαν ως εκεί και φρόντιζαν οι ιδιοκτήτες που ήξεραν καλά τις επιθυμίες των πελατών τους, πολλοί εκ των οποίων διάσημοι κι επιφανείς την εποχή τους κι όχι μόνο από τα Χανιά.


Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 22


Όταν έπιασε δουλειά ο Σταύρος στα Ταμπακαριά, έπρεπε να περνά είτε μπροστά είτε από πίσω από το κτίριο της σχολής, για να πηγαίνει και να φεύγει από τη δουλειά ή όπου αλλού τον έστελναν τα αφεντικά. Τραβούσε τα βλέμματα πολλών κοριτσιών του γυμνασίου που ποδάριαζαν στα μαύρα κάγκελα στα διαλλείματα και πείραζαν τους περαστικούς, όσους τους τραβούσαν το ενδιαφέρον τουλάχιστον.

Ήταν ακόμη νέος καλοκαμωμένος, ευθυτενής, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά και το μουστάκι που διατήρησε για πολλά χρόνια, το καλό παράστημα που πρόδιδε σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Έβαζε το κλωναράκι τον βασιλικό στο αυτί όταν εύρισκε γλάστρα βολική να το κόψει και το μαντήλι προσεκτικά διπλωμένο κάτω από τον γιακά του πουκαμίσου, να μην λερώνεται από τον καφά του και να θέλει συχνά πλύσιμο, πουκάμισο που άφηνε πάντα τα δυο τελευταία κουμπιά του ανοιχτά κι ακούμπωτα να φαίνεται το αντρίκιο φαρδύ τριχωτό στήθος με τον χρυσό βαφτιστικό του σταυρό, που όλη του τη ζωή φορούσε κατάστηθα.

Μια μέρα, ένα από τα κορίτσια του πέταξε ένα μπαλάκι καμωμένο από γιασεμιά δεμένα πολλά μαζί με κλωστή, συνηθισμένο τότε να το φτιάχνουν τα κορίτσια και να το κρατούν μαζί τους μέχρι να μαραθεί. Τούτο ήταν ολόφρεσκο, ευωδιαστό ακόμη και πρόλαβε να το πιάσει στο αέρα, με ευκινησία κι ένα χαμόγελο που αμέσως του ανταπόδωσε πρόσχαρα και κείνη. Ήταν μια πολύ λεπτή και ψηλή κοπέλα με μαύρα κοντά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Την ξανάδε λίγες μέρες αργότερα, ένα πρωί που δούλευε έξω, να τον κοιτά από ψηλά, από τον πίσω μαντρότοιχο της σχολής που είχε θέα κάτω, στα εργαστήρια. Μόνη αυτή τη φορά, χωρίς τις φίλες της και τον χαβαλέ τους. 

Του μίλησε πρώτη. Τον χαιρέτησε, του είπε πως το όνομα της ήταν Τασία, ήταν μοναχοκόρη μιας εύπορης οικογένειας που έμενε σε ένα ιδιόκτητο σπίτι με αυλή, που βρίσκονταν λίγο παραπάνω στο κάθετο δρόμο.Τον ρώτησε το δικό του όνομα, πόσο καιρό δούλευε εκεί και από που ήρθε, αφού λίγο καιρό τον έβλεπε στην περιοχή που γεννήθηκε και μεγάλωσε και την ήξερε καλά. Του πρότεινε να τα πούνε πάλι αύριο, στο ίδιο σημείο πίσω, θα του έφερνε κι άλλο μπαλάκι από γιασεμί που θα έφτιαχνε, με άνθη από το μεγάλο τέτοιο φυτό που φύτρωνε στην αυλή του σπιτιού τους, όπως και σε όλα σχεδόν τα σπίτια στα Χανιά, πόλη των γιασεμιών τα λέγανε κείνη την εποχή. Από κείνη τη μέρα, πάντα εύρισκαν μια ευκαιρία να τα λένε στα κρυφά οι δυο τους, που πολύ γρήγορα έφτασαν να συναντιούνται καθημερινά.


Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 21

Για να φύγει στο εξωτερικό ούτε λόγος, δεν ήξερε καμιά ξένη γλώσσα επαρκώς πέρα από μερικές λέξεις στα Αμερικάνικα που έμαθε στη Κορέα, που δεν θα του χρησίμευαν και πουθενά. Εργάτης θα ήταν όπου κι αν πήγαινε. Η Αμερική έπεφτε πολύ μακριά για κείνον, τους Γερμανούς τους είχε γνωρίσει εδώ στην κατοχή, είχε φάει κι έναν τους, δεν θα δούλευε τώρα που ήταν ελεύθερος για δαύτους. Έβλεπε κάποιους άλλους να τολμούνε να πάνε ως την Γερμανία ή το Βέλγιο, μα εργάτες πηγαίνανε, εργάτες γυρίζανε πίσω και σακατεμένοι κάποιοι, με ένα μικρό κομπόδεμα σε μάρκα στην μπάντα και μια παλιά σαπισμένη BMW ή Μερσεντές που βρήκαν σε μια Γερμανική μάντρα σε τιμή ευκαιρίας, να θαμπώσουν τους χωριανούς τους όταν την άραζαν στην πλατεία και πράμα παραπάνω. Και το Ελληνικό κλίμα, το φως, η βλάστηση και τα καθαρά νερά, δεν αλλάζονται με τίποτα, κατά τον Σταύρο.

Μέσω κάποιων γνωριμιών από τον πόλεμο της Κορέας, απόστρατους που μένανε και γνωρίζανε πρόσωπα και πράγματα στα Χανιά, βρήκε εύκολα δουλειά ως εργάτης στα Ταμπακαριά, την περιοχή ανατολικά της πόλης δίπλα στην θάλασσα. Όπου πολλά μικρά οικογενειακά κυρίως εργαστήρια βυρσοδεψίας επεξεργάζονταν τα δέρματα που έβγαιναν ξέχωρα από τα σφάγια των μεγάλων ζώων κι έφτιαχναν με τα χέρια κυριολεκτικά όλων των ειδών τα πετσιά για τους τσαγκάρηδες. Και οι δυο αυτές σχεδόν ξεχασμένες και «βρώμικες» σήμερα δουλειές βρισκόταν στην πλήρη ακμή τους κείνα τα χρόνια.

Περιοχή που βρισκόταν κάτω από την αριστοκρατική ακόμη τότε συνοικία της Χαλέπας, με τα παλαιά προξενεία των Μεγάλων Δυνάμεων της Κρητικής Πολιτείας, τις βίλες των επώνυμων ξένων που αγάπησαν τα Χανιά και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα εδώ, τα αντικριστά σπίτια του Βενιζέλου και του Πρίγκιπα Αρμοστή, τις κάμποσες εκκλησίες, τα αρχοντικά των πολιτικών της τότε εποχής και των πλούσιων νοικοκυραίων των Χανίων, τα πολλά λουλούδια σε κήπους και αυλές και την περίφημη Γαλλική σχολή θηλέων, των Καλογραιών του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ.

Ένα επιβλητικό, ευρύχωρο και άνετο κτίριο, περιτριγυρισμένο από ψηλό και καλοχτισμένο μαντρότοιχο, με περιποιημένο χώρο όχι και λίγων στρεμμάτων. Συνόρευε με τον δρόμο των βυρσοδεψείων από τη βόρεια του πλευρά και με τον κεντρικό δρόμο της Χαλέπας από τη νότια. Στη Σχολή που κείνα τα χρόνια ήταν και γυμνάσιο θηλέων, διδάχθηκαν τη διεθνή τότε Γαλλική γλώσσα, πολλές γενεές κοριτσιών των καλύτερων οικογενειών της πόλης...


Σύντομα η συνέχεια...

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 20

Τελείως ελεύθερος πια και χωρίς άλλες υποχρεώσεις, συνέχισε την ζωή του. Στο μεταξύ η Κατίνα ο παιδικός του έρωτας, είχε παντρευτεί και είχε φύγει από το χωριό για ένα άλλο σε διαφορετική επαρχία, μετά από ένα επιτυχημένο προξενιό που της κάνανε οι δικοί της.

Η προκαθορισμένη μοίρα του ήταν να συνεχίσει να δουλεύει όλη τη υπόλοιπη ζωή του στα οικογενειακά χωράφια και να βόσκει πρόβατα και γίδια στα βουνά ώσπου να καταλήξει τελικά μεθύστακας τα βράδια στο καφενείο του χωριού με κρασί και τσικουδιές, όπως έβλεπε να καταλήγουν όλοι σχεδόν οι άντρες που έμεναν πίσω.

Όλοι αυτοί που γεννιούνταν, πήγαιναν δημοτικό σχολείο, μεγάλωναν δουλεύοντας στα χωράφια, πήγαιναν υποχρεωτικά κι έκαναν την στρατιωτική θητεία τους που για πολλούς αποτελούσε και το μόνο της ζωής τους ταξίδι, επέστρεφαν ξανά στο χωριό και στη δουλειά, παντρεύονταν και κάνανε παιδιά, μη ξεκολλώντας από τα χωράφια, τα κοπάδια και τα μέρη τους, πέρα από καμιά εκδρομή ή το πανηγύρι κάποιου κοντινού χωριού. Πράγματα και καταστάσεις που δεν είχε σε καλό για τον εαυτό του ο Σταύρος, που αν κάτι ήταν αλλιώς ίσως δεν ξέφευγε από την μοίρα του.

Τώρα όμως που μπήκε και βγήκε από την φυλακή αλώβητος, πήγε σε έναν μακρινό πόλεμο και γύρισε πίσω ζωντανός, τώρα που είχε δει πως ήταν ο κόσμος παραπέρα, τώρα που ήξερε πως άξιζε η ζωή του περισσότερο από τα παραπάνω, ήθελε να ρισκάρει. Έτσι αποφάσισε να πάει στα Χανιά, να μείνει και να εργαστεί εκεί ως εργάτης, όπου πίστευε πως θα είχε καλύτερη τύχη κι ευκαιρίες για καλύτερη ζωή...


Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 19

Ο καθένας είχε τους δικούς του λόγους που βρέθηκε εκεί, είδαμε του Σταύρου το κίνητρο, άλλοι ήθελαν να ξεφύγουν από δικές τους ερινύες, κάποιοι κυνηγούσαν δόξα και μετάλλια, οι μόνιμοι στρατιωτικοί επιδίωκαν καθαρά μισθολογικά και συνταξιοδοτικά προνόμια που πέτυχαν να πάρουν στο τέλος του πολέμου με τη επιστροφή τους, βγαίνοντας οι ουσιαστικά κερδισμένοι της όλης εκστρατείας. Οι δε κυβερνώντες που τους έστειλαν εκεί έδειξαν εμπράκτως την αφοσίωση τους στα ιδανικά του Ελεύθερου Κόσμου όπως τούτος διαμορφωνόταν στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, όλοι όμως ήθελαν να γυρίσουν ζωντανοί πίσω στην πατρίδα που τους περίμεναν οι δικοί τους. Δεν συνέφεραν κανέναν οι πολλές περιττές απώλειες. Οι κομμουνιστές θα επιδίωκαν να ξεσηκώσουν τη λαϊκή κατακραυγή πάλι για την συμμετοχή της χώρας σε έναν μακρινό πόλεμο, όπου μάλιστα σημείωσαν μια ακόμη σημαίνουσα στρατιωτική ήττα οι ίδιοι.

Ο Σταύρος τραυματίστηκε ξώφαλτσα σε μια έφοδο. Μια εχθρική σφαίρα πέρασε ξυστά από τον αριστερό ώμο του προκαλώντας ένα επιπόλαιο τραύμα, κάτι που δεν τον εμπόδισε να κουβαλήσει με τον δεξί ώμο και χέρι έναν σοβαρότερα τραυματισμένο αξιωματικό στην επιστροφή. Ήταν δυο από τους 566 τραυματίες που μέτρησε η Ελλάδα σε κείνον τον πόλεμο, μα ευτυχώς δεν ήταν ανάμεσα στους 186 νεκρούς που άφησαν πίσω, όταν επέστρεψαν σώοι και αρτιμελείς, στα τέλη του '55.

Πριν φύγει από τη Νότια Κορέα, φρόντισε να κάνει κάποια ψώνια από εκεί, μεταξύ άλλων ένα μεγάλο πορσελάνινο σερβίτσιο κι ένα σετ ασημένια μαχαιροπήρουνα και σκεύη, που μοιρασμένο ίσα στα δυο αποτέλεσε μέρος της προίκας που θα έπαιρναν οι δυο μικρότερες αδερφές του, όταν θα παντρεύονταν την επόμενη δεκαετία. Και ένα ακριβό κουρδιστό ρολόι με μαύρο λουράκι, που έμελλε να αποτελέσει ιδιότυπο μήλο της έριδας σε ένα προξενιό μεταξύ της αδερφής του Μαρίας και του μέλλοντα άντρα της, που θα δούμε αργότερα...

Για τον εαυτό του και τους πολύ καλούς του φίλους όπως τον Μανώλη τον Πάπιτσο, κρατούσε μερικά αμερικάνικα στρατιωτικά πιστόλια Colt των .45'' που ήταν διαθέσιμα μόνο για αξιωματικούς. Όπως κι ένα γερό απόθεμα από αντίστοιχες σφαίρες. Άγνωστο πως τα μάζεψε και τα κουβάλησε από την Κορέα ως το Νιο Χωριό χωρίς να τα αντιληφτεί κανείς, καλά κρυμμένα όπως τα είχε μέσα στα μπαγκάζια με τα υπόλοιπα πράγματα και ρούχα που έφερε πίσω.

Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 18

Το αίτημα του έγινε δεκτό. Έτσι μαζί με πολλούς άλλους Έλληνες, αρκετοί από την Κρήτη και τα χωριά της, χίλιοι νομάτοι μαζί με τους αξιωματικούς τους, ντύθηκαν την στρατιωτική στολή του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος (ΕΚΣΕ) και βρέθηκαν να πολεμούν στον 38ο παράλληλο για την ελευθερία μιας άγνωστης χώρας που οι περισσότεροι δεν ήξεραν ότι υπήρχε προηγουμένως και σε ποιο σημείο του χάρτη ήταν. Σημασία για τον Σταύρο είχε πως ήταν πάλι ελεύθερος, το υπόλοιπο της ποινής του είχε χαριστεί και θα έμπαινε πάλι σε δράση μετά την ανάπαυση ενός έτους στη φυλακή. 

Αυτήν την έντονη επιθυμία του για δράση θα την πλήρωναν ακριβά οι κιτρινιάρηδες Βορειοκορεάτες και οι Κινέζοι κομμουνιστές που τους βοηθούσαν, κυριολεκτικά με τη ζωή τους όσοι βρίσκονταν μπροστά του στις επιθέσεις που πρωτοστατούσε. Με σφαίρες, με την ξιφολόγχη, με την ορμή του, αφάνιζε τον εχθρό και καθάριζε την ξένη χώρα. Η Ελληνική δύναμη σαν μέρος μιας Αμερικάνικης μεραρχίας συμμετείχε σε πολλές αποστολές, με εξαιρετική επιχειρησιακή ετοιμότητα και πολεμικές επιτυχίες που προκάλεσαν τον θαυμασμό των συμμάχων. 

Στην πραγματικότητα κανείς από τους συμμετέχοντες Έλληνες δε νοιάζονταν για την τύχη της ξένης χώρας που πήγαν να βοηθήσουν. Οι σκληρές μάχες στις οποίες συμμετείχαν διεξάγονταν σε μία απομακρυσμένη από την πατρίδα χώρα, εντελώς άγνωστη και με ιδιάζουσες τραχείς κλιματολογικές συνθήκες. Οι συνεχείς βροχές στη διάρκεια της άνοιξης και του φθινοπώρου, μετέτρεπαν τις κοιλάδες της ορεινής αυτής Ασιατικής χώρας σε τέλματα αδιάβατα και νοσογόνα. Ακόμη τα άφθονα χιόνια και το δριμύ ψύχος του χειμώνα επαύξανε τις δοκιμασίες των μαχητών. 

Παρόλα αυτά το ηθικό του ΕΚΣΕ παρέμενε ακμαίο, η μαχητική του ικανότητα σε υψηλό επίπεδο και η θέλησή του για την τελική νίκη των φίλιων δυνάμεων ακλόνητη. Στο έδαφος οι Έλληνες μαχητές διεξήγαγαν έναν αγώνα κατά κανόνα σκληρό και αιματηρό. Ευρισκόμενοι στην πρώτη γραμμή του πυρός αντιμετώπιζαν έναν εχθρό πολυάριθμο λόγω και της εμπλοκής Κινεζικών στρατευμάτων, ο οποίος μαχόμενος με φανατισμό και πείσμα δεν υπολόγιζε απώλειες. Κάτι που ανάγκαζε το μάχιμο προσωπικό να κοιμάται με τον ατομικό του οπλισμό σε άμεση χρήση.


Σύντομα η συνέχεια...