Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 17

Σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα στην βασίλισσα Φρειδερίκη, το πρόσωπο που από ψιθύρους καλά πληροφορημένους ήξερε πως έχει σημαίνοντα ρόλο στις υποθέσεις του κράτους. Από κουβέντες που άκουγε στη φυλακή από το προσωπικό, είχε μάθει πως εδώ και λίγο καιρό γινόταν πόλεμος στην Κορέα, όπου η κομμουνιστική Βόρεια είχε εισβάλλει με μια απρόκλητη επίθεση στη Νότια, για να εξαπλώσει την ίδια ιδεολογία που αυτός πολέμησε κι εδώ στην στρατιωτική θητεία του.  

Η Νότια είχε ζητήσει βοήθεια από τον ΟΗΕ και ένα διεθνές εκστρατευτικό σώμα θα την βοηθούσε να παραμείνει στον ελεύθερο κόσμο. Σε αυτό το εκστρατευτικό σώμα θα συμμετείχε και η Ελλάδα με στρατό και αεροπορία όπως άκουγε να λένε σπαστά οι φύλακες στις μεταξύ τους κουβέντες, αγράμματοι και ανενημέρωτοι κι αυτοί.

Θα ζητούσε στα ίσα να πάει κι αυτός ως εθελοντής να πολεμήσει με τους Έλληνες, αρκεί να τον ελευθέρωναν και να γλίτωνε την υπόλοιπη ποινή του. Αν σκοτωνόταν σε κάποια μάχη εκεί στην Κορέα, δεν τον ένοιαζε, αρκεί να πέθαινε ελεύθερος αντί να μαραζώνει πίσω από τα σίδερα.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι ακριβώς έγραφε κείνο το γράμμα, πέρα βέβαια από τον διευθυντή των φυλακών που το άνοιξε για να το διαβάσει πριν το στείλει, και την σειρά της λογοκρισίας μέχρι να φτάσει στα  χέρια της βασίλισσας, ο Σταύρος όμως το έστειλε και αισιοδοξούσε. Άφησε μάλιστα και μαύρο μουστάκι προβλεπόμενο από τον  στρατιωτικό κανονισμό κι όχι απεριποίητο, φρόντιζε να παραμένει σε καλή φυσική κατάσταση και περίμενε...

Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 16

Τότε ήταν που επαναστάτησε ένα κομμάτι του εαυτού του. Εκείνο που ήθελε να βγει έξω στη φύση, να τρέξει στον ανοιχτό ορίζοντα, να πιει καφέ και ρακί με γνωστούς και φίλους στην πλατεία του χωριού πλάι στο πηγάδι, να κυλιστεί σε παχύ γρασίδι με αρνιά και πρόβατα γύρω, να χαϊδέψει τον σκύλο του, να αρμέξει φρέσκο γάλα, να γευτεί σπιτικό φαί μαγειρεμένο με μεράκι και ζεστό φρεσκοψημένο σταρένιο ψωμί, να πλύνει μια ντομάτα μεγαλωμένη με κοπριά από τον Καλοσυκιά στα κρύα νερά του Μανταμά, του μικρού ποταμιού που ποτίζει τον κάμπο τους κι αφού τη γευτεί να ξαπλώσει πλάι στα καλάμια και τους βάτους στην όχθη του να κοιμηθεί στην δροσιά ένα ζεστό μεσημέρι, να τον νανουρίσει ο αχός του τρεχούμενο νερού, να πιάσει, να μυρίσει, να νοιώσει, όλα όσα στερήθηκε αυτόν τον χρόνο του εγκλεισμού.

Ήταν εκείνο το συναίσθημα που ξεπήδησε απότομα στην επιφάνεια και του πλάκωνε συνεχώς πια την καρδιά, που δεν μπορούσε να βλέπει άλλο τριγύρω μόνο σιδερένια κάγκελα, κλειδωμένες πόρτες και πέτρινα ντουβάρια, να περπατά στον ίδιο περιορισμένο χώρο και πάντα υπό επιτήρηση, ήθελε να παρακολουθεί όλη μέρα την πορεία του ήλιου στον ουρανό κι όχι μόνο κατά το καταμεσήμερο που του επέτρεπε η θέα που διέθετε, κρουβόταν κάθε που σήκωνε το βλέμμα του απάνω, από το πυκνό αγκαθωτό συρματόπλεγμα που στεφάνωνε τους τέσσερις ψηλούς τοίχους του προαύλιου, του φαινόταν τώρα κι αυτό στενότερο από ότι πράγματι ήταν, βαρέθηκε να βλέπει τις ίδιες φάτσες γύρω του, να υπακούει κανονισμούς που άλλοι σκέφτηκαν και τους επέβαλλαν, να κοιμάται από νωρίς, να ακολουθεί την  ίδια ρουτίνα κάθε μέρα, να τρώει το ίδιο φαγητό σε εβδομαδιαία επανάληψη, αυτό το κομμάτι της ψυχής του που ένοιωθε στριμωγμένο στη στενή.

Ήταν οι συγγενείς που τον επισκέπτονταν όλο και αραιότερα, ήταν η Κατίνα στο χωριό που δεν είχε νέα της και είχε φτάσει κι αυτή σε ηλικία γάμου, ήταν οι νεανικές ορμές του που τον πίεζαν, ήταν τα δυο πλήρη χρόνια που είχε να κάτσει ακόμη μέσα, έπρεπε να βρει τρόπο να βγει έξω και γρήγορα...


Σύντομα η συνέχεια...

Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 15

Η ζωή στην φυλακή στην πραγματικότητα ήταν πιο άνετη και σε πιο αργούς ρυθμούς από κείνη που ζούσε στο χωριό δουλεύοντας στα χωράφια ή αλλού.

Το έβλεπε και το ένοιωθε κάθε μέρα που περνούσε και ο Σταύρος και οι άλλοι κρατούμενοι που ήταν από χωριά. Δεν υπήρχε βιάση για τίποτα, με κουβέντα, πειράγματα μεταξύ τους που καμιά φορά φτάνανε και σε καυγάδες, τσιγάρα, κομπολόι, χειροτεχνίες για τους πιο επιδέξιους, τάβλι και ζάρια περνούσε η ώρα, κανείς δε νοιάζονταν για μεροκάματο, σε κανέναν δεν γκρίνιαζε η γυναίκα ή τα παιδιά του, είχαν το φαί τους ψημένο στα μαγειρεία πάντα στην ώρα του, τα επισκεπτήρια τους όσοι τουλάχιστον είχαν κοντά φίλους ή συγγενείς, μοιράζονταν με τους μέσα στα σίδερα καμωμένους φίλους ότι τους έφερναν απέξω οι δικοί τους, όσοι ήξεραν γράμματα διάβαζαν βιβλία που τους έφερναν και κάποιοι για να περνά πιο δημιουργικά η ώρα τους δίδασκαν κιόλας τους αγράμματους, αυτούς μόνο που έδειχναν κάποια θέληση να μάθουν.

Ο πολύς ελεύθερος χρόνος έφερνε όμως και βαρεμάρα. Για να την ξεπεράσει ο Σταύρος άρχισε να κάνει γυμναστική συστηματικά, για πρώτη φορά στη ζωή του.

Όπως έβλεπε γύρω του να κάνουν και κάποιοι άλλοι από τους νεώτερους κυρίως κρατούμενους, αφού στην φυλακή και σε κάθε άλλη φυλακή στον κόσμο, όσοι είχαν εξοικειωθεί με το περιβάλλον που θα περνούσαν λίγο ή πολύ διάστημα από την ζωή τους, γυμνάζονται σκληρά. Είναι θέμα ζωής και θανάτου για αυτούς. Τόσο για να κρατάνε το σώμα τους σε φόρμα και μυαλό τους καθαρό τις ατελείωτες ώρες που περνούνε στα σίδερα, όσο και για πρακτικούς λόγους αυτοάμυνας, αφού σε έναν περιορισμένο κλειστό χώρο ήταν υποχρεωμένοι να συνυπάρχουν με κάθε καρυδιάς καρύδι. Και τις όποιες σκέψεις, επιθυμίες και βλέψεις του…

Ως «Προπόνηση Αλκατράζ» ήταν γνωστή διεθνώς και τότε και τώρα ακόμη, όπου οι κρατούμενοι για να γυμναστούν χρησιμοποιούν ότι έχουν διαθέσιμο και πρόχειρο: Έλξεις στο μονόζυγο της αυλής ή από το πάνω μέρος μιας βαριάς σιδερένιας πόρτας, κάμψεις στο τσιμεντένιο πάτωμα, ροκανίσματα κοιλιακών ή «σανίδες» στο πάτωμα, βαθιά καθίσματα & άρσεις γαμπών με το βάρος τους ή με κάποιον συγκρατούμενο στους ώμους τους, βυθίσεις ανάμεσα στα κρεβάτια,  άρσεις και πιέσεις σάκων ή κουβάδων με άμμο, νερό ή άλλων βαριών αντικειμένων με τα δυο ή το ένα χέρι, ισομετρικές έλξεις -  τεντώματα - πιέσεις με πετσέτα, ή αν σταθούν τυχεροί και υπάρχει στην φυλακή τους κάποιο σετ ελατηρίων ή μερικά αυτοσχέδια βάρη, τότε απογειώνονταν κυριολεκτικά...

Στην πραγματικότητα αυτές είναι όλες κι όλες οι βασικές και καλύτερες ασκήσεις που γυμνάζουν αποτελεσματικά ολόκληρο το σώμα, που σε συνδυασμό με τις σταθερές ώρες φαγητού, την πολύωρη ανάπαυση που λόγω των συνθηκών  κράτησης είχαν, τον βραδινό ύπνο νωρίς αναγκαστικά (απαραίτητο για να παράγεται αυξητική ορμόνη από το σώμα), τον ωμό ανταγωνισμό μεταξύ τους, τη αυτοπειθαρχία & προσήλωση τους στα αποτελέσματα και τον άφθονο χρόνο που διαθέτουν όλοι οι έγκλειστοι, φέρνουν θεαματικά αποτελέσματα και σύντομα, ιδίως στους αρχάριους ασκούμενους.

Το διαπίστωσε με ευχάριστη έκπληξη ο Σταύρος, μετά από τον πρώτο χρόνο που πέρασε στη φυλακή με συχνή τέτοια άσκηση. Ήταν πάνω στο άνθος της ηλικίας του τότε, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά και φρύδια, το φαρδύ τριχωτό στήθος, την ανοιχτή  και συμπαγή πλάτη που φαίνονταν να σηκώνει πολλές οκάδες ακούραστα, τα δυνατά χέρια και πόδια, έφτανε τα 114 κιλά στην ακμή του...


Σύντομα η συνέχεια...

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 14

Τον μεταφέρανε αμέσως μετά την καταδίκη του στην Δικαστική φυλακή των Χανίων για να εκτίσει την ποινή του. Σε έναν σχετικά μικρό χώρο κράτησης, ένα δρόμο ακριβώς πίσω και πάνω από εκεί που ήταν χτισμένο και το κτίριο των δικαστηρίων της πόλης. Μαζί με αρκετούς άλλους παλαιότερους κρατούμενους, ένας παραπάνω κι αυτός, ανακατεμένοι ποινικοί και πολιτικοί στους θαλάμους. 

Μετρούσαν τον χρόνο να εκτίσουν τις ποινές τους, καθένας για λογαριασμό του, δεν νοιάζονταν ιδιαίτερα τι είχε κάνει ο άλλος που βρίσκονταν δίπλα τους. Δεν υπήρχανε σκληροί ισοβίτες ανάμεσα τους. Νέοι, άντρες και γεροντότεροι όλων των ηλικιών συμβίωναν πλάι - πλάι, μα υπήρχε λίγος χώρος για όλους, κανείς δεν κοιμόταν στο πάτωμα όπως γίνεται σήμερα στις φυλακές λόγω υπερβολικής εισαγόμενης εγκληματικότητας κυρίως.

Μπορούσε να στήσει κάποιος όπου τον βόλευε ή όπου του υποδείκνυαν οι παλαιοί το κρεβάτι του (δυο σιδερένια κάθετα στηρίγματα και τρεις σανίδες οριζόντια από πάνω όπου άπλωνε το λεπτό στρώμα του) που έπαιρνε και κουβαλούσε μόνος από την αποθήκη με την άφιξη του στη φυλακή μαζί με δυο κουβέρτες, την μεταλλική καραβάνα και το κουτάλι του. Και ένα πλαστικό κύπελλο για νερό, άλλα σκεύη δεν επιτρέπονταν να έχουν οι κρατούμενοι. Αν ήθελε πετσέτες, μαξιλάρι ή σεντόνια ή ότι άλλο θεωρούσε χρήσιμο κι επιτρεπόταν από τον κανονισμό, έπρεπε να το ζητήσει και να του το φέρουν οι δικοί του στις μέρες και ώρες του επισκεπτηρίου.

Ξύπνημα νωρίς σε σταθερή ορισμένη ώρα, καταμέτρηση, πρωινό ρόφημα γάλα σκόνη ή νερουλό τσάι με συνοδευτικό το ξερό ψωμί που περίσσεψε την προηγούμενη μέρα, μετά έξω στο εσωτερικό περιτοιχισμένο προαύλιο ώσπου να μεσημεριάσει για βόλτα, άσκηση, κουβέντα ή παιχνίδια, όσο επέτρεπε ο περιορισμένος χώρος, όποιος ήθελε έκανε την μπουγάδα του στο πλυσταριό, μεσημεριανό φαγητό, κλείσιμο στους θαλάμους και μεσημεριανός ύπνος, ξανά στο προαύλιο το απόγευμα ως το βραδινό φαγητό, μετά κουβέντα στους διαδρόμους και τους θαλάμους μέχρι να έρθει η ώρα για καταμέτρηση και κλείσιμο ξανά για νυχτερινό ύπνο ως το επόμενο πρωί.

Οι αρρωστιάρηδες και οι γέροι έπαιρναν τα φάρμακα που τους είχε προηγουμένως χορηγήσει ο γιατρός της φυλακής κείνη την ώρα από το προσωπικό, κάποιες φωνές ή ψίθυροι κατά το σύρσιμο και το κλείδωμα της αμπάρας, μετά απόλυτη ησυχία επικρατούσε στη φυλακή. Και την επόμενη μέρα ξανά η ίδια ρουτίνα, και την μεθεπόμενη, μέρα με την μέρα, αφού τίποτα αξιοσημείωτο δεν τάραζε την καθημερινότητα της φυλακής, πέρα από κάποιες αψιμαχίες ανάξιες λόγου μεταξύ κρατουμένων ή κρατουμένων και φυλάκων, που διαλύονταν όμως πάραυτα.


Σύντομα η συνέχεια...

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 13

Τότε βρήκε άλλη μια ευκαιρία να ξαναχτυπήσει ο παλιός αντίπαλος της οικογένειας του Σταύρου μα και αρκετών αλλονών στο Νιο Χωριό, ο Τσούρδος, που είχε το χούι να μπαίνει εκεί που δεν τον σπέρνουνε, προκλητικά κι αναίτια. Δεν καταλάβαινε κανείς τι ήταν αυτό που τον παρακινούσε και τον έσπρωχνε να πηγαίνει αντίθετα με τους υπόλοιπους ανθρώπους του χωριού με πολλές αφορμές. 

Παλαιότερα στην κατοχή ήθελε να τα έχει καλά με τους κατακτητές Γερμανούς, χωρίς να ξέρει ούτε μια λέξη σωστά στα Γερμανικά να τον πάρουν ως επίσημο συνεργάτη, ενώ ήξερε καλά πως κάποτε αργά ή γρήγορα θα έφευγαν και δεν θα τον έπαιρναν μαζί, θα έμενε πίσω στη χλεύη των συγχωριανών του, μα έτσι ήθελε να ήταν κόντρα στους άλλους, ιδίως στον Σταύρο και τον Σταμάτη που τους μάχονταν ιδιαίτερα, ίσως γιατί ήταν λεβέντες και ντόμπροι.

Τώρα απειλούσε να τους καταγγείλει ως συμπαθούντες τον κομμουνισμό, μόνο και μόνο για να τους διώξουν από το χωριό, να πάνε εξορία ή φυλακή μέχρι να υπογράψουν μια δήλωση μετανοίας κι αυτοί. Για να μη τους βλέπει να κυκλοφορούνε καμαρωτοί και περήφανοι στο χωριό, να τα έχει καλά με τους κρατούντες ή το παρακράτος που δρούσε εν κράτει, γιατί που ξέρεις; Μιλούσαν και με άλλους νέους που γύριζαν από τέτοια μέρη έχοντας υπογράψει δήλωση μετανοίας, ήξεραν πολλούς τέτοιους από τα χρόνια στην Ραμνή, ήταν φίλοι με μερικούς από δαύτους, δούλευαν μαζί και κάποια βράδια έπιναν και παρέα, βάζοντας στην μπάντα ιδέες και κόμματα. Άρα...

Βρίζονταν και απειλούσαν ο ένας τον άλλο όπου συναντιούνταν, πότε με τον ένα αδερφό και πότε με τον άλλο. Δεν είχανε σκοπό να του χαριστούνε κι αυτοί άλλο παραπέρα. Θα έφτανε στα άκρα η κατάσταση μια μέρα, έτσι που πήγαινε.

Βαρέθηκε ο αψύς κι συχνά καβγατζής Σταύρος να ανέχεται τα νούμερα του πολύ μεγαλύτερου του σε ηλικία Τσούρδου, του έστησε μποσκάδα ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι που βγήκε να κλέψει όρνιθες όπως συνήθιζε και όλοι στο χωριό ήξεραν, βγήκε μπροστά του σε έρημο σημείο κρατώντας αυτοσχέδιο ρόπαλο καμωμένο από ένα σπασμένο πόδι τραπεζιού από καρυδιά και τον έκανε οχτακόσιες οκάδες στο ξύλο σε λίγα λεπτά με καλά στοχευόμενα χτυπήματα, να μην σηκώνεται από χάμω, ούτε να βγάνει άχνα.

Αφού σύρθηκε ως το σπίτι του, συνήλθε & επούλωσε τα τραύματα του μετά από καιρό, το «θύμα» του δήθεν «αναίτιου» άγριου ξυλοδαρμού άσκησε την άλλη του συνήθεια, τη ρουφιανιά. Έτσι ο Σταύρος μετά από καταγγελία του συνελήφθη, δικάστηκε «για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη» και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή. Βλέπετε, κλαψούρισε πολύ στην κατάθεση του στο δικαστήριο ο άλλος ο θρασύδειλος...


Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 12

Τη δεκαετία του '60 πίστεψαν ότι θα έπαιρναν χάρη από τον Γεώργιο Παπανδρέου, όταν βγήκε η παράταξη του κυβέρνηση του στις εκλογές του'64. Ήρθαν όμως τα Ιουλιανά, οι Αποστάτες και κατόπιν οι συνταγματάρχες και αντί για να ετοιμαστούν για την ελευθερία, κρύφτηκαν ακόμη περισσότερο.

Η μεταπολίτευση μετά επτά ακόμη χρόνια στο βουνό, τους απάλλαξε από το φόβο και η  κυβέρνηση Καραμανλή το '75 αμνήστευσε τελικά τους δύο αντάρτες, που πήραν το δρόμο του γυρισμού από τα Λευκά Όρη, μετά 35 χρόνια χαμένα από την ζωή τους για τις ιδέες του Στάλιν, έχοντας κρατήσει μόνο την περηφάνια του «αμετανόητου». Τώρα μπορούσαν πλέον να απολαύσουν ελεύθεροι τα ριζίτικα τραγούδια, τη ρακί, το φαγητό και την παρέα των ανθρώπων που τους αγαπούσαν. Παντρεύτηκαν κιόλας. Τελικά ο Αντρέας ήταν αυτός που τους «δικαίωσε» εμπράκτως κι εκείνους μαζί με τόσους άλλους με αναγνώριση και συντάξεις, μερικά χρόνια αργότερα, να πορεύονται στα γεράματα.

Τέτοια ήταν ο φανατισμός και τα πάθη που κυριαρχούσαν μεταξύ των Ελλήνων κείνα τα πέτρινα χρόνια. Τώρα τι κέρδισαν ουσιαστικά τούτοι οι δυο στερούμενοι με πείσμα ολόκληρη την δική τους δημιουργική νεανική ζωή, μόνο αυτοί ξέρουν...

Και για να μην επαναληφθούν ποτέ παρόμοιες εμφυλιο-πολεμικές νοοτροπίες, καλό είναι για τους νεότερους ειδικά, να μαθαίνουν όλη την αλήθεια, η οποία πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν διδάσκεται πουθενά. Την παίρνουν μαζί τους αυτοί που έζησαν τα γεγονότα φεύγοντας από την ζωή. Μόνο όποιος πρόλαβε να τους γνωρίσει και να μιλήσουν ευθέως, την έμαθε από την εμπειρία τους, μα και από την οπτική τους μόνο.

Πάντως όλες οι αφηγήσεις αποδεικνύουν ότι το αιματηρό παρελθόν βαρύνει και τα δυο ιδεολογικά ακρότατα. Για εμφύλιους πολέμους χρειάζεται ένας λαός βαθιά διχασμένος και κείνη την εποχή υπήρχε. Διχασμός και φανατισμός άφθονος μέχρι που στο τέλος υποκινούμενοι εντέχνως από τους υστερόβουλους ''συμμάχους'' μας, καταφέραμε να αιματοκυλιστούμε μεταξύ μας. Καλό είναι να μας υπενθυμίζουν τα Ιστορικά γεγονότα πόσα μπορούμε να καταφέρουμε όταν είμαστε ενωμένοι και πόσο αυτοκαταστροφικοί καταλήγουμε κάθε φορά που μας τυφλώνει ο φανατισμός κι η εμπάθεια.

Ας μάθουμε από τα λάθη τους ώστε να μην τα επαναλάβουμε ποτέ ξανά. Οι εμφύλιοι πόλεμοι καταστρέφουνε τις  χώρες όπου διεξάγονται, διαλύουν  τον κοινωνικό ιστό, ρημάζουν την οικονομία, στερούν το ανθό της νεολαίας από την παραγωγική μηχανή, σπρώχνουν το λαό πολλά χρόνια πίσω.


Σύντομα η συνέχεια...

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 11

Μερικοί από αυτούς έπειτα δίδασκαν πολλά χρόνια ως δάσκαλοι σε κεντρικά σχολεία και διέπρεψαν, κρατώντας τους μαθητές τους μακριά από φανατισμούς για τα πολιτικά. Ένας τέτοιος που ήταν και περήφανος κάτοχος μιας στρατιωτικής μηχανής BMW που άρπαξε όταν έφευγαν οι Γερμανοί και την καβαλίκευε για δεκαετίες όλη την υπόλοιπη ζωή του, δίδασκε στο 3ο Δημοτικό των Χανίων στους αμέτρητους μαθητές του της Ε' & ΣΤ΄ τάξης για πολλά χρόνια το αληθινό έπος της Εθνικής Αντίστασης, τον αγώνα του λαού ενάντια σε έναν εισβολέα. Χωρίς να παρασύρεται από το νεανικό παρελθόν του και την κομμουνιστική -  ιδεολογική ερμηνεία που έδιναν οι κομμουνιστές, σε μια προσπάθεια καπηλείας κι αυτού και κάθε άλλου λαϊκού αγώνα.

Δεν ήταν όμως όλοι έτσι. Υπήρχανε και φανατικοί κομμουνιστές που προτιμούσαν να περάσουν χρόνια από την ζωή τους σε φυλακές κι εξορίες, παρά να προδώσουν τις ιδέες που με πάθος πίστευαν ως σωστές για την ευημερία της ανθρωπότητας. Σε όλη την Ελλάδα υπήρχανε τέτοιοι, μα η Κρήτη έτυχε να έχει το κάτι παραπάνω κι εδώ: Γνωστή η ιστορία με τους δυο νεαρούς τότε Κρητικούς αντάρτες κομμουνιστές (καταγόταν από τα κοντινά τους Γαβαλοχώρι και Κόκκινο χωριό του Αποκορώνου και τους είχαν ακουστά) οι οποίοι μετά το τέλος του συμμοριτοπόλεμου το '49 μετά τις μάχες στο Γράμμο, έζησαν κυνηγημένοι και απομονωμένοι οικιοθελώς για 35 χρόνια ολόκληρα χρόνια στα Λευκά Όρη της Κρήτης.

Ήταν τα δύο τελευταία στελέχη του «Δημοκρατικού Στρατού» που παρέμεναν ασύλληπτα, από τότε που το ΚΚΕ κηρύχθηκε παράνομο και τα περισσότερα στελέχη του προσπαθούσαν να αποφύγουν τη σύλληψη, διαφεύγοντας κυρίως σε γειτονικές χώρες που είχαν πέσει στον κομμουνισμό. Για τους Κρητικούς αντάρτες η φυγή από το νησί στο εξωτερικό ήταν σχεδόν αδύνατη, έτσι αποφάσισαν να κρυφτούν σε απόμερα ορεινά σημεία του μεγάλου νησιού, έχοντας ως μόνα εφόδια τους στρατιωτικούς σάκους τους, που περιείχαν ελάχιστα ρούχα, αδιάβροχα και κουβέρτες.

Οι δύο νέοι που αρνούνταν να υπογράψουν δήλωση μετάνοιας, ζούσαν σαν αγρίμια μακριά από συγγενείς, φίλους και γνωστούς, με την ελπίδα ότι κάποτε θα έπαιρναν αμνηστία. Οι κρυψώνες που χρησιμοποιούσαν συχνά ήταν οι σπηλιές στα βουνά και στις θάλασσες. Πως ξέμειναν όμως τόσα χρόνια στο βουνό; Τον πρώτο καιρό δεν μπορούσαν να κατέβουν γιατί οι αντικομουνιστικοί νόμοι ήταν σε ισχύ και θα τους φυλάκιζαν ή θα τους έστελναν εξορία. Όταν κάποιος τσοπάνης τους χάριζε κάνα ζωντανό, το έψηναν και το έτρωγαν ολόκληρο μέσα σε μια ημέρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές πάντως που κάποιοι Κρητικοί στα χωριά, αυτοί που συμμερίζονταν την περιπέτεια τους, άνοιγαν τα σπίτια τους για να τους δεχτούν.

Το φαγητό όμως δεν ήταν η μοναδική απόλαυση που στερούνταν.  διασκέδασή τους ήταν απλή. Πότε τραγουδούσαν οι δυο τους μαζί και πότε πήγαιναν σε διάφορα πανηγύρια για να ακούσουν κρυμμένοι και να χορέψουν από μακριά, τα αγαπημένα τους Κρητικά τραγούδια. Επειδή φοβούνταν μην τους καταδώσουν, απέφευγαν όπως «ο διάβολος το λιβάνι», τις ερωτικές ή σεξουαλικές επαφές με γυναίκες. 

- Ακόμη και τα ζώα ζουν τον έρωτα, εμείς όχι,

είπανε οι ίδιοι (πολύ) αργότερα...


Σύντομα η συνέχεια...

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 10

Τον έδεσαν με χοντρό σχοινί μια Κυριακή μεσημέρι και τον κατέβασαν στο πηγάδι σε βάθος αρκετό. Με κουβάδες που ανεβοκατέβαζαν με άλλο σκοινί έβγαζαν κι άδειαζαν λάσπες και βρύα από τα τοιχώματα, πέτρες και ξυλαράκια που έφερνε το νερό από την υπόγεια πορεία του. Έφτανε μέχρι πάνω μια έντονη μυρωδιά μούχλας και κλεισούρας, πολύ εντονότερη στο σημείο που βρίσκονταν ο Σταύρος. Όσο έφτανε με τα χέρια του και αποκρεμάμενος όσο μπορούσε, καθάριζε κι έστελνε πάνω γεμάτους κουβάδες, με τον φακό κρατημένο με τα δόντια να φέγγει θαμπά, για ώρα πολλή όσο είχε δυνάμεις, μέχρι που τον τράβηξαν πάνω παγωμένο, να τρέμει σύγκορμος. Του κάνανε εντριβές με ρακί εκεί επιτόπου, τον μάλασε δυνατά ο καλύτερος του φίλος του ο Μανώλης ο Πάπιτσος, τον τύλιξαν σε κουβέρτες και συνέχιζε να τρέμει, τον μετέφεραν σηκωτό στο σπίτι του να τον περιλάβει η μάνα του.

Που τον φρόντιζε όλη την επόμενη βδομάδα με εντριβές πότε με ρακί και πότε με πετρέλαιο και με ζεστές σούπες από κοτόπουλα που έσφαζε, να συνέλθει. Μαζί με την συνεχή μουρμούρα της, που διαρκούσε ολημερίς, διακοπτόμενη μόνο την ώρα της φροντίδας στο προσκεφάλι του:


-        -   Με τούτα να που του βάνει ο νους του να κάνει, θα τη νε φάει θέλει την κεφαλή του μια μέρα ο κουζουλός!  

Μα όταν ξεπέρασε το βαρύ κρύωμα, ο Σταύρος ήταν ευτυχισμένος που τον είχαν όλοι οι υπόλοιποι νέοι και μεγαλύτεροι ως τον πιο τολμηρό, άφοβο και δυνατό του χωριού. Και των γύρω χωριών. Και ένα κίνητρο παραπάνω για να τον προσέξει καλύτερα η Κατίνα, η πρώτη του αγάπη. Δεν επανέλαβε τον άθλο αυτόν κανείς άλλος από τότε, ο γέρο-πλάτανος που στέκει μεγαλύτερος και χοντρότερος μέχρι σήμερα, θα το επιβεβαιώσει σε όσους περίεργους τον ρωτήσουν. Και μπορούν βεβαίως να τον ακούσουν!

Κείνα τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τον συμμοριτοπόλεμο ήταν σύνηθες γεγονός η αναμόρφωση των κομμουνιστών (ή των θεωρούμενων ως τέτοιων από τις αρχές),  που κατά κύματα πήγαιναν εξορία όσο να ξαναμάθουν τα εθνικά ιδεώδη και να πάρουν μετά συγχωροχάρτι με την «δήλωση μετανοίας» που σχεδόν όλοι υπέγραφαν και γύριζαν στις δουλειές τους, μιας και η κυβέρνηση του Πλαστήρα τις μοίραζε απλόχερα.

Είναι πέρα για πέρα αλήθεια πως πολλοί νέοι συναρπάζονταν αρχικά με τέτοιες ιδέες όπως τις σέρβιραν οι ινστρούχτορες στα φροντιστήρια του κόμματος, είχαν πάθος να αγωνιστούνε για τα ιδανικά που κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο συγκινούνε. Πολλοί εντάχτηκαν και πολέμησαν με το ΕΑΜ κατά των Γερμανών, μα τώρα μετά με τα συμβάντα του συμμοριτοπόλεμου, με μια δεύτερη σκέψη τις αποκήρυσσαν, βλέποντας πως οι ίδιοι δεν θα είχαν ποτέ καμιά θέση εξουσίας αν δεν ήταν βαθειά μέσα στο κόμμα, κάτι που δεν εξαρτιόνταν καθόλου από τους ίδιους. Υπογράφανε την δήλωση χωρίς ιδιαίτερο εξαναγκασμό, γυρίζανε πίσω όπου βρίσκανε δουλειές και φτιάχνανε τη ζωή τους, χωρίς να τους παρενοχλεί κανείς από «το κράτος της Δεξιάς». Αφήνοντας κατά μέρους τα κομματικά σε αυτούς που έπαιρνε στελέχη το συγκεκριμένο κόμμα και τους πλήρωνε επί τούτου όπως και σήμερα. Ο έξυπνος άνθρωπος αλλάζει και γνώμη και ιδέες όσο ωριμάζει κι εξελίσσεται με τον χρόνο, ο ηλίθιος ποτέ!


Σύντομα η συνέχεια...

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 9

Έμενε στο πατρικό τους σπίτι με το ένα μεγάλο ισόγειο δωμάτιο με διπλές ξύλινες πόρτες μπρος - πίσω, που ήταν η κύρια κατοικία κι αποθήκη με τα έξυπνα εντοιχισμένα ντουλάπια που κλείνανε και σοφιλιάζανε στους χοντρούς πέτρινους τοίχους, με τον ξύλινο οντά που έβγαιναν με την πολύ όρθια σκάλα που χρησίμευε σαν υπνοδωμάτιο και γκαρνταρόμπα όλης της οικογένειας, ήτοι πατέρας, μάνα, πέντε παιδιά που χρόνο με τον χρόνο γίνονταν ενήλικοι/ες κι έψαχναν καθένα τον δρόμο του και την μοίρα του.

Η μεγάλη μπροστινή αυλή τους φιλοξενούσε τον στάβλο για τα μεγάλα ζώα τους,  κατσίκα, μερικά πρόβατα, μουλάρι, σκύλο το υπόστεγο με τα ξύλα που ήταν απαραίτητα για το μαγείρεμα τότε και το πατητήρι που έφτιαχναν το κρασί της χρονιάς τους. Ενώ η πίσω πόρτα οδηγούσε σε κηπάκι με ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κρεμμύδια, μια μεγάλη λεμονιά, κλπ χρειαζούμενα, καθώς και το κοτέτσι με τις κότες και το κλουβί με τα κουνέλια, που συμπλήρωναν συχνά την διατροφή τους με αυγά και άλιπο κρέας. 
 Το σπίτι περιβάλλονταν από περίτεχνα καμωμένη ξερολιθιά γύρω - γύρω, ήταν σκεπασμένο με κόκκινα κεραμίδια που τα στήριζαν χοντρά ξύλινα δοκάρια από κάτω, παντού δε μέσα - έξω υπήρχε διάχυτη μια χαρακτηριστική μυρωδιά που μόνο σε χωριά συναντά κανείς.

Παρόλο που ήταν πολύ κοντά στο κέντρο του χωριού την πλατεία, ήταν σχετικά απομονωμένο στη θέση που βρίσκονταν. Κοντά του είχε μόνο δυο άλλα παρόμοια σπίτια, σαν σε ορθή γωνία. Στο ένα έμενε με την οικογένεια της η αδερφή της μάνας τους η Ζωή η Κουκούτσα, που κούτσαινε και πήγαινε αργά σαν το συγκεκριμένο ζώο, εξ ου και το παρανόμι που της κόλλησαν από νωρίς τα παιδιά του χωριού. Στο δεύτερο έμενε η οικογένεια του Μανώλη του Πάπιτσου, που γεννήθηκε τον ίδιο καιρό με τον Σταύρο, μεγαλώνανε και ζούσανε μαζί σαν αδερφικοί φίλοι. Τον είχανε όλη τη μέρα στο σπίτι τους, γνώριζε όλα τα μέλη της οικογένειας και διατηρούσανε χρόνια φιλικές σχέσεις με όλους.

Φωτιζόταν τις νυχτερινές ώρες για πολλά χρόνια με τον λύχνο και με λάμπες πετρελαίου που κουβαλούσαν πάνω - κάτω, όπου χρειαζόταν περισσότερο κάθε στιγμή. Με αυτά έγραφαν, διάβαζαν, μαγείρευαν, έπλεκαν, έραβαν, κάθονταν στο τραπέζι όταν τελείωναν τις δουλειές. Στις κρύες νύχτες του χειμώνα μαζεύονταν γύρω από την φωτιά που φεγγοβολούσε στην γωνιά που ήταν στημένη η παρασιά, που ήταν και η μοναδική μαγειρική εστία σε όλα τα σπίτια της εποχής, με τα μαύρα καπνισμένα τσουκάλια & τηγάνια πολλών μεγεθών να κρέμονται από πάνω της σε σειρά. Στα τοιχώματα του πέτρινου ανηφορά, που έβγαζε τον καπνό έξω και εξαέριζε το σπίτι όταν τα χοντρά ξύλινα πορτοπαράθυρα ήταν κλειστά.

Οι πόρτες έκλειναν με σιδερένιες αμπάρες που ασφάλιζαν διαγώνια από πίσω σε μπηγμένους στον τοίχο χαλκάδες και κλείδωναν με ένα παλαιό μεγάλο και βαρύ σιδερένιο κλειδί που κρεμούσαν από πίσω σε καρφί, κατάλληλο και για να καρφώνει μπρόκες ή να σπά καρύδια κι αμύγδαλα. Φυλάγοντας τα υπάρχοντα και τις οικονομίες των μελών της οικογένειας, που ιδίως τα παιδιά αρσενικά και θηλυκά φρόντιζαν να κάνουν όποτε μπορούσαν.

Δουλεύοντας σε αγροτικές εργασίες στα χωράφια τους, ή κάνοντας μεροκάματα σε άλλους, που είχαν την τύχη να γεννηθούνε με μεγαλύτερες περιουσίες, να έχουν τα πιο γόνιμα χωράφια, κήπους, περβόλια κι αμπέλια, τα μεγαλύτερα κοπάδια...

Από τους πιο τολμηρούς νέους του Νιό Χωριού ο Σταύρος, προσφέρθηκε να κατεβεί μέσα και  να καθαρίσει το θρυλικό πηγάδι τους, με το πάντα κρύο νερό που δεν στέρευε ποτέ χειμώνα - καλοκαίρι. Που βρισκόταν στην πλατεία κάτω από έναν αιωνόβιο πλάτανο, δίπλα στη κεντρική εκκλησία του Αγίου Θωμά, καλυμμένο από τον παχύ ίσκιο που έκαναν πολλά μέτρα από πάνω του τα τεράστια κλαδιά. Κάτι που κανείς δεν είχε τολμήσει ούτε δοκιμάσει ποτέ να κάνει. Ένας έριξε την ιδέα να το κάνουν οι νέοι, μα μόνο αυτός είπε το «ναι».


Σύντομα η συνέχεια...

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 8

Με την αρχή του σχεδόν, κάλεσαν την κλάση του Σταμάτη, που έτυχε για ένα διάστημα να μοιράζεται το ίδιο σιδερένιο διπλό στρατιωτικό κρεβάτι με το Βενιζελάκι, τον Νικήτα, ο ένας πάνω και ο άλλος κάτω κοιμότανε. Που έλαχε κι αυτός να κάνει τον θητεία του έτσι απλά σαν στρατιώτης, την εποχή που ο θείος του ο Σοφοκλής ως  αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός  Στρατιωτικών, Προσωρινώς Υγιεινής και Αεροπορίας, προσπαθούσε με ελάχιστο στρατό να αντιμετωπίσει τους κομμουνιστές, που η εγκληματική ηγεσία τους ήθελε να διαμελίσει την χώρα, δίνοντας την Ελληνική Ήπειρο στους Αλβανούς, την Μακεδονία στους Σκοπιανούς και την Θράκη στους Βούλγαρους, θέλοντας να καταστρέψει το έργο του μεγάλου Βενιζέλου που απελευθέρωσε με πολεμικούς αγώνες, θυσίες Ελλήνων και διπλωματία τις βόρειες περιοχές κι επέκτεινε ως τα σημεία που μπόρεσε τα σύνορα της χώρας, ακυρώνοντας όπως ήταν φυσικό εδαφικές βλέψεις και σχεδιασμούς γειτονικών κρατών. Που ποτέ δεν εγκατέλειψαν τον δικό τους αγώνα για έξοδο στο Αιγαίο.

Ο σπουδαίος πολιτικός ο οποίος καλά κατάλαβε από την αρχή τι φύραμα ήταν οι ιδρυτές και οι συμμέτοχοι - υποστηριχτές της συγκεκριμένης ιδεολογίας (φτιαχτής από τους Rothschild ως πείραμα διακυβέρνησης «μαζών» βασισμένο στις θεωρίες του Μάρξ που εντέλει απέτυχε παταγωδώς) και τους κατέστεσε όπως έπρεπε με το «Ιδιώνυμο» και τον μισούσαν όσο τίποτα άλλο οι εδώ ηγέτες τους. Δηλαδή τα μίζερα κείνα ανθρωπάκια που ρουφιάνευαν ο ένας τον άλλο καταστρέφοντας την Ελλάδα με άδικους σκοτωμούς, λεηλασίες, παιδομάζωμα για να φτιάξουν τον δήθεν «Δημοκρατικό Στρατό» τους, που δεν ήταν και τόσο Ελληνικός στη σύνθεση του.

Ο Σταμάτης σαν πρώτος γιός και προστάτης πολύτεκνης οικογένειας έκανε μόνο έναν χρόνο θητεία κι όχι στο μέτωπο, να δει και να εντυπώσει από πρώτο χέρι τις θηριωδίες του πολέμου, ενός φανατικού φονικού πολέμου που γινόταν μεταξύ πρωτινών φίλων, συγγενών, συγχωριανών κι ανθρώπων που ζούσανε μαζί μα τους χωρίζανε «ιδέες» που κάποιοι ξενόφερτοι τους είχανε σπείρει, που άλλοι τις είχαν δεχτεί και θυσιάζονταν πρόθυμα για δαύτες ενώ άλλοι τις πολεμούσαν με μανία.

Ολόκληρες πολυμελείς οικογένειες ξεκληρίστηκαν, αδέλφια και πρώτα ξαδέλφια προσπαθούσαν να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον για τις ιδέες τους. Άλλοι πέθαναν απλώς επειδή κάποιος τους κατηγόρησε με δόλο ή από λανθασμένη πληροφόρηση, πως είναι είτε κομμουνιστές είτε πρώην συνεργάτες των ναζί.

Αυτό το διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ο Σταύρος, που ακολούθησε τον αδερφό του αμέσως μετά σε στράτευση και σαν μη βυσματούχος και όντας επαρχιώτης, έκανε όλη την τριετή θητεία του στην Βόρεια Ελλάδα πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Γράμμου ως ορεινός καταδρομέας. Βλέποντας καμένα και ρημαγμένα Ελληνικά χωριά από τους αδίστακτους ληστοσυμμορίτες για να πάρουν δωρεάν κρέας, τρόφιμα και κρασί, επιπλέον με το ζόρι μαζί τους αγόρια - πολεμιστές και κορίτσια - πουτάνες & υπηρέτριες για τις ανάγκες του «στρατού» τους.

Σκοτώνοντας και συλλαμβάνοντας σε εφόδους πολλούς τέτοιους «μαχητές» από το αχαλίνωτο οπλισμένο τσούρμο που πολλοί δεν μιλούσαν καν Ελληνικά, αφού ήταν κάποιοι Αλβανοί, οι περισσότεροι Σκοπιανοί, Βούλγαροι και λοιποί Σλάβοι κατσαπλιάδες, τυχοδιώκτες κι εγκληματίες που είχαν ξεσηκώσει για ενίσχυση τους οι δικοί μας εθνοπροδότες με δέλεαρ εδαφικά ανταλλάγματα, το ανεκπλήρωτο όνειρο τους από τους Βαλκανικούς πολέμους (και του Στάλιν επίσης διακαής πόθος) για έξοδο στο Αιγαίο και ότι καταφέρουν να αρπάξουν από λάφυρα πολέμου. Από το σώμα της πατρίδας τους, αν οι ίδιοι θεωρούσαν πως είχαν ποτέ πατρίδα με ορισμένα σύνορα, που την λέγανε Ελλάδα.

Όσο κι αν προσπαθούνε να εξωραΐσουν τη τότε κατάσταση  οι αριστερίζοντες ιστορικοί όλα τα μετέπειτα χρόνια, αυτή ήταν η μαύρη αλήθεια. Άσχετα αν παραπλανήθηκαν κάποιοι αφελείς νεαροί ιδεολόγοι ή προερχόμενοι από παιδομάζωμα να συμμετέχουν στο αίσχος και βρέθηκαν μετά κατηγορούμενοι ως προδότες, φτάνοντας μέχρι το εκτελεστικό απόσπασμα κάποιοι. Οι αρχηγοί και κύριοι υπαίτιοι μιας ακόμη εθνικής τραγωδίας τη γλίτωσαν όπως πάντα, κάποιοι γνώρισαν από κοντά τα επόμενα χρόνια τον «σοσιαλιστικό παράδεισο» και ίσως στα απογοητευμένα γεράματα τους να κατάλαβαν την ουτοπία.

Τα είδε από κοντά και τα θυμόταν για πάντα ο Σταύρος, που απολύθηκε από τον στρατό με το τέλος του συμμοριτοπόλεμου το '49 και γύρισε πίσω στο χωριό του χωρίς κανένα όφελος μα σώος και αρτιμελής ευτυχώς, για να φτιάξει τη ζωή του...

Σύντομα η συνέχεια...

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 7

Εκεί ήταν που γνώρισε ο μεγάλος αδερφός ο Σταμάτης την Ελένη, την μετέπειτα σύζυγο του και μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους. Που απόκτησαν πολύ αργότερα, όταν γύρισαν πίσω κι έχτισαν από την αρχή το χωριό τους με τα χέρια τους, όπως όλοι οι λοιποί χωριανοί. Τα σκληρά χρόνια πέρασαν, αν και η κατοχή στην Κρήτη βάστηξε περισσότερο καιρό από την υπόλοιπη Ευρώπη & Ελλάδα, μέχρι λίγο μετά την πτώση του Βερολίνου και την συνθηκολόγηση.

Τελείωσε κάποτε όμως, οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες φύγανε και τότε ήταν που άρχισε τις προληπτικές εκκαθαρίσεις κατά των «κομμουνιστών κι αναρχικών» στον Αποκόρωνα και την Κίσσαμο ο Παύλος Γύπαρης από την Ασή Γωνιά και οι «άνευ θητείας χωροφύλακές» του, εμπειροπόλεμος αξιωματικός και πρωτοπαλίκαρο του Βενιζέλου. Που μεταξύ άλλων ενεργειών βομβάρδισε με όλμους το χωριό Ραμνή κι «είχε απόφασιν να χαλάσει ορισμένα σπίτια προς παραδειγματισμόν, εάν δεν έσπευδαν να φωνάξουν απεγνωσμένως ότι παραδίδονται» όπως ο ίδιος έγραψε αργότερα.

Εμπειροπόλεμος καπετάνιος με αγωνιστική παρουσία στον Μακεδονικό αγώνα ενάντια των Βουλγάρων, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο εναντίον των Γερμανών στην Αλσατία, επικεφαλής ένοπλων πολιτών στη Μάχη της Κρήτης, ο Γύπαρης ακολουθεί το '41 την εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Τον τοποθετούν φρούραρχο Αλεξάνδρειας ώσπου τον Μάρτιο του '44, αποσπάται στη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων Πολέμου (ΔΕΥΠ) και διορίζεται από το Συμμαχικό Στρατηγείο Γενικός Αρχηγός των ανταρτών του Νομού Χανίων.

Με τις παραπάνω προληπτικές του ενέργειες συνέβαλε αποτελεσματικά στο να μην μπούνε ένοπλοι βουνίσιοι στα Χανιά και τις άλλες μεγάλες πόλεις της Κρήτης σαν επανάληψη των Δεκεμβριανών της Αθήνας που αντίστοιχοι τέτοιοι δολοφονούσαν τους υπερασπιστές της πόλης και την λεηλατούσαν. Εδώ πρόλαβε και οργάνωσε επιτυχώς ένοπλη άμυνα με την «Εθνική Ανταρτική Ταξιαρχία» ενάντια στην κομμουνιστική προπαγάνδα και τους ένοπλους του ΕΛΑΣ,  αποτρέποντας ουσιαστικά την μετέπειτα εξάπλωση του συμμοριτοπόλεμου κι εδώ, πέρα από κάποιες αρχικές συμπλοκές θερμόαιμων.

Αυτοσυγκρατήθηκαν σε κάποιες προκλήσεις του οι Κρήτες κομμουνιστές και δεν έδωσαν συνέχεια, υπήρχε έντονο το πατροπαράδοτο της βεντέτας και κανείς δεν σκότωνε χωρίς αντεκδίκηση, δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς σε νησί, χωρίς έξωθεν βοήθεια όπως στην Βόρεια Ελλάδα που πλήρωσε το μεγάλο τίμημα.

Έτσι ήταν τα πράγματα εδώ τότε και σίμωνε ο καιρός να κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία τα αγόρια που γίνονταν άντρες, την ώρα που αντί να ανορθωθεί η Ελλάδα μετά τον πόλεμο του '40 και την κατοχή του '41 - '45, μια άλλη απειλή κατά της εδαφικής της ακεραιότητας άρχιζε με τον συμμοριτοπόλεμο, που δεν θα αργούσε να ξεσπάσει κι ανοιχτά με προσχεδιασμένες κινήσεις...

Σύντομα η συνέχεια...

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 6

Εκεί στην μακρινή κι απομονωμένη Ραμνή που έφτασαν με τα πόδια κουβαλώντας στους ώμους τα ελάχιστα ρούχα και πράγματα που πρόλαβαν να πάρουν, θα περνούσαν την υπόλοιπη κατοχή, διαμένοντας φιλοξενούμενοι σε σκόρπια φιλικά σπίτια, μεγαλώνοντας δύσκολα με ότι εύρισκαν διαθέσιμο κάθε μέρα κι εποχή για φαγητό. Βραστά χόρτα & λαχανικά ανάλατα με λιγοστό λάδι, χοχλιούς, χαρούπια, άγριους αμανίτους, φρούτα, ξηρούς καρπούς, σταφίδες και κάποια ζώα και πουλιά που κυνηγούσαν κρυφά και με προφυλάξεις με παγίδες και σφεντόνες, αφού πυροβόλα όπλα δεν τους είχαν αφήσει να έχουν τώρα οι Γερμανοί και πρωτύτερα ο Μεταξάς. Όπλο αποκτούσαν όσοι προσχωρούσαν σε αντάρτικη ομάδα και το κρατούσαν κρυφό από τους άλλους, μέχρι να κληθούν να το χρησιμοποιήσουν.

Αν και ήθελαν πολύ κι αυτοί κι άλλοι θερμόαιμοι νεαροί του καμένου χωριού να πολεμήσουν τους εισβολείς, να σκοτώσουν όσο περισσότερους Γερμανούς μπορούσαν και να αναγκάσουν τους υπόλοιπους να γυρίσουν πίσω στα δικά τους μέρη αφήνοντας ελεύθερα τα δικά μας, η συνεχή πίεση των γονέων δεν άφησε να παρασυρθούνε από το νεανικό τους ενθουσιασμό.

Δεν θέλανε οι συντηρητικοί γονείς να μπλέξουνε τα ανήσυχα παιδιά τους με τους κομμουνιστές, που μάχονταν τον μεγάλο Βενιζέλο ως τον χειρότερο εχθρό τους στην Ελλάδα. Τον πολιτικό που ελευθέρωσε κι απάλλαξε τη Κρήτη από τους Τούρκους,  αυτόν που κλήθηκε να αναλάβει πρωθυπουργός όλης της Ελλάδας σε κρίσιμη στιγμή, τον γνώστη της διεθνούς πολιτικής & διπλωματικής σκακιέρας που άφησε την χώρα υπερδιπλάσια και πολύ πιο ισχυρή από ότι ήταν όταν την παρέλαβε, τον Κρητικό που ο Ελληνικός λαός αναγνώριζε ως Εθνάρχη. Παραδόξως υπήρχανε πολλοί τέτοιοι στην Ραμνή και την γύρω περιοχή, «μικρή Μόσχα» λέγανε τα μέρη κείνα μεταξύ τους οι γνωρίζοντες.

Παράδοξο γιατί ευδοκιμούσαν και είχανε τόση απήχηση οι κομμουνιστικές θεωρίες σε αγράμματους φτωχούς αγρότες και βοσκούς, που μόλις πριν λίγα χρόνια τις άκουσαν και σίγουρα θα ήταν οι τελευταίοι που θα επωφελούνταν από την όποια εφαρμογή τους αν ποτέ έπαιρναν την εξουσία οι εγκάθετοι του Κομμουνιστικού κόμματος. Ο κόσμος τότε ήταν διαιρεμένος σε καπιταλιστικό και σε κομμουνιστικό. Μετά την Σοβιετική επανάσταση του 1917 όλοι οι καταπιεσμένοι προλετάριοι της βιομηχανικής εποχής ήλπιζαν ότι μέσω της ΕΣΣΔ το όνειρο τους για ισότητα θα γινόταν πραγματικότητα. Δυστυχώς έπεφταν αφελή θύματα της νομενκλατούρας του κόμματος και του Στάλιν.

Έτσι τα παιδιά θέλοντας και μη κάθισαν ήσυχοι στο ορεινό χωριό, δούλευαν στα χωράφια και περίμεναν να τελειώσει η κατοχή και ο πόλεμος.

Σύντομα η συνέχεια...