Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράσιτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράσιτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΔΝΤ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑ-ΕΛΛΗΝΑ...


Ένα κείμενο που βρήκα και το αναδημοσιεύω, επειδή διαβάζοντας το πέρασε από μπροστά μου όλη η 20ετία 1980 - 2000 και κάτι...

Μια γλαφυρή ακτινογραφία του κομματικού λαμόγιου. Του παρά(σιτου)- Έλληνα.
Ένα οδοιπορικό στην σύγχρονη Ελλάδα! Αγνώστου Συγγραφέως:

Στα μέσα του 1970, μετά την επαναδημοκράτιση είδα τον Φώντα να σουλατσάρει από καφενείο σε καφενείο με δυο τρεις εφημερίδες στη μασχάλη. Όλες στο πρωτοσέλιδο είχαν τη φωτογραφία του ««εθνάρχη» με τα ατάσθαλα φρύδια. Κοτλέ καμπάνα παντελόνι, πουκαμισάκι ξεκούμπωτο με την τρίχα βιτρίνα και τον παχύ σταυρό από τα βαφτίσια του.

Έλεγε ιστορίες στους θαμώνες για την εξορία που τον έστειλε η χούντα. «Αυτοεξορισμένος» κι αυτός στη Σουηδία. Δεν ήταν κι άσχημα τελικά. Έλεγε και ξανάλεγε την ιστορία για τα κορόιδα τους σουηδούς που του αγοράσανε αμάξι επειδή είχε κάνε δήλωση πως το δικό του κάηκε. Κρατική ασφάλεια, κοινωνικό κράτος εκεί. Ένα πλαστό χαρτί απώλειας και να ο δικός σου με το καινούριο volvo.

Mε το volvo ήρθε στην Ελλάδα το 1976 και με την ιδιότητα του αντιστασιακού, αυτοεξόριστου, κατατρεγμένου αντιφρονούντα, κι αμέσως έπιασε δουλειά. Ένας κολλητός του δούλευε στη νομαρχία. τμήμα πολεοδομίας. Κάτι μαγειρέψανε με ένα οικόπεδο, κάτι άδειες πλαστογραφήσανε και με μια αντιπαροχή βρέθηκε με δυο τρία διαμερίσματα στην κατοχή του. Νοίκιασε τα τρία σε φοιτητές της σχολής που άνοιξε στην πόλη και κάαααθονταν. Τώρα είχε χρόνο να σώσει τους συμπολίτες του από την κατάρα της αντιπαροχής που τσιμέντωσε τα πάντα. Στις αρχές του 1980 το σχέδιο των κυβερνόντων πήγαινε καλά. Μαζέψανε όλο τον πληθυσμό στις πόλεις, τον ένα πάνω στον άλλο. Φθηνά εργατικά χέρια.

Το Φώντα τον συνάντησα τότε πάλι στην Αθήνα. Δεν κρατούσε πια «δεξιές» εφημερίδες αλλά κάτι αφίσες με τον πράσινο ήλιο. Μόλις είχε κερδίσει τις εκλογές ο μεσιέ με το ζιβάγκο και η χώρα έμπαινε στη νέα εποχή. Ο Φώντας ήταν πια πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου στα Πατήσια, αλλά και παράγοντας σε ποδοσφαιρική ομάδα. Έδωσε το volvo και πήρε μια 318, Μπεμβέ με καθίσματα από δερματίνη, χαμηλωμένη.

Τα λεφτά έρχονταν μόνα τους από τότε που οργανώθηκε στο κόμμα. Τον χώσανε οι κολλητοί σε κάτι επιτροπές, και ρούφαγε το μερίδιό του από τα πακέτα που έρχονταν από την Ευρώπη. Ο «μεγάλος», ο Ανδρέας, δεν γούσταρε την Ευρώπη, αλλά μια χαρά τα πήγε μαζί τους τελικά. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο» ήταν καλή ατάκα για τα αντανακλαστικά του λαού, αλλά μέχρι εκεί. Ο Ανδρέας ήταν όσο Ευρωπαίος ήταν κι ο Κωνσταντίνος. Όσο ο λαός στην Ελλάδα είχε χούντα, αυτοί και οι κουστωδία τους ήταν «εξορία». Όχι, όχι Μακρόνησο. Πιο δύσκολη, στην ξενιτειά. Παρίσια, Στοκχόλμες, Τορόντα, Μανχάταν. Όπου υπήρχαν αμερικάνικες και αγγλικές πρεσβείες, ακριβώς δίπλα κάνανε τα σπίτια τους.

Ο Ανδρέας λοιπόν έφερε λεφτά από την Ευρώπη με το σύνθημα «αλλαγή». Πακέτα Ντελόρ. Λεφτά, πολλά λεφτά. Από αυτά τα λεφτά ο Φώντας ζούσε καλά. Συνδικαλίζονταν στα πράσινα στέκια μαζεύοντας ψήφους για το κόμμα. Με το πακέτο μάλμπορο να εξέχει απ την κωλοτσέπη, τα κλειδιά της μπέμπας σε ρόλο κομπολογιού, το μαλλί μπούκλα μπριγιαντομένο, έτρεχε από σύναξη σε σύναξη πρασινίζοντας τον τόπο. Τα βράδια συνήθως άφηνε στο σπίτι την κυρά, και πήγαινε να «σηκώσει» το κοινωνικό του προφίλ με κολλητούς από κάτι υπουργεία.

Παραλιακή, σκυλάδικο, πρώτο τραπέζι, άσπρη κάλτσα, καφέ λουστρίνι εισαγωγής. ΛεΠά, Χριστοδουλόπουλος, ουίσκι και σαμπάνια μαζί, πιάτα και γαρίφαλα, γκόμενες να κωλοτρίβονται στις γραβάτες, τσιφτετέλια στην πίστα με το χέρι στον αέρα να μοστράρει το μακρύ νύχι του μικρού δακτύλου με το δαχτυλίδι. Παχύς χρυσός με πράσινη πέτρα πάνω. Ξημερώματα για πατσά στη Συγγρού, δίπλα στις πουτάνες.
Αρχές δεκαετίας του 1990.

Ο γιος του Φώντα μεγάλωσε και ήταν πια στο Λύκειο. Από το Γυμνάσιο όμως ήταν «ενεργός» πολίτης. Πρόεδρος του 15μελούς που «κατέβαινε» στις σχολικές εκλογές με το κόμμα. Το κόμμα ήταν παντού. Όχι στα νηπιαγωγεία ακόμα, αλλά από το γυμνάσιο μπορούσες να διαλέξεις το κοπάδι σου. Ο γιος ήταν άξιο τέκνο του Φώντα. Είχε μάθει τα κόλπα πως να βγάζει λεφτά από τις μίζες στις εκδρομές στήνοντας την κατάσταση ανάμεσα στους λεωφορειατζήδες και τους καθηγητές. Όλοι κάτι βάζανε στην τσεπούλα κι όλοι μια χαρά.

Ο γιος είχε εξαντλήσει το όριο των απουσιών αλλά κανένα πρόβλημα, όλα με λίγο λάδωμα από τον μπαμπά κυλάνε καλύτερα. Ο διευθυντής του σχολείου άλλωστε είχε βλέψεις για προϊστάμενος δευτεροβάθμιας και χρειαζόταν πλάτες στο κόμμα. Ο Φώντας είχε καημό ο γιος του να πάει στο Κολέγιο Αθηνών, αλλά δεν του κάτσε. Ήταν σημαντικό να είσαι συμμαθητής με τον γόνο του εφοπλιστή, του εφημεριδά και του μεγαλέμπορου. Αργότερα οι μπίζνες με ποιους θα γίνονταν άλλωστε. με άγνωστους; Με τους συμμαθητές φυσικά! Αλλά κι έτσι όλα τακτοποιήθηκαν.

Στις αρχές του 1990 ο γιος του Φώντα αφού πήγε δυο χρόνια διακοπές στην Αμερική και γύρισε με πτυχίο μάρκετινγκ. Έμαθε απ΄ έξω όλα τα καφέ του Γιέιλ και τις μαζορέτες των αδελφάτων, αλλά τα αγγλικούλια του ήταν επιπέδου lower, ίδια με αυτά του Καραμανλή του νεωτέρου που κι αυτός στο Αμέρικα έφαγε τα νιάτα του σπουδάζοντας πρωθυπουργός.

Γύρισε στην Ελλάδα λοιπόν πτυχιούχος κι άνοιξε με κάτι μαγειρεμένες επιδοτήσεις διαφημιστική εταιρία, ξήγα του μπαμπά. Το μαγαζί πήγε καλά από την αρχή καθώς έπαιρνε «αβέρτα» δημόσια έργα. Τουριστική προβολή Νομού τάδε 150.000, οργάνωση εκθέσεως Υπ. Τουρισμού 900.000, έντυπα Περιφέρειας 1.200.000 κονκάρδες για το Δήμο 500.000 και πάει λέγοντας.

Πουλούσε και μίντια στα κανάλια που γέμισαν τον τόπο, ελεύθερη τηλεόραση γαρ. Είχε κάνει κολλητούς μερικούς Νομάρχες και Δημάρχους και έπαιρνε τη δουλειά.
Με διαγωνισμό πάντα. Διαφανέστατα. Ήξερε καλά πως αν δεν χώσεις μαύρα, δεν θα πάρεις τη δουλειά. Έτσι, ένας δούλευε, δέκα πληρώνονταν. Ένας έσκαβε (κι αυτός με stage επιδοτήσεις) και δέκα κονομάγανε. Η πιο κερδοφόρα δουλειά στην Ελλάδα έγινε ο αέρας.

Χρυσοπληρωμένοι αεριτζήδες, πετυχημένοι και κονομημένοι.

Έτσι κι ο γιος του Φώντα, άλλαξε το φοιτητικό κόκκινο celica με το μπουρί από πίσω και πήρε μια καγιέν μαύρη. Την τούρμπο με φιμέ τζάμια επίσης. Δεν ήθελε όμως να φαίνεται στην εφορία, γι αυτό και το καγιέν το «έβαλε» στην οφ-σορ του που είχε έδρα την Κύπρο. Εταιρικό το αμάξι, όπως και η γκαρσονιέρα που αγόρασε για γαμηστρώνα στο Κολωνάκι κοντά στου Σημίτη για να τον χαιρετάνε οι μπάτσοι της φρουράς.

Στις γκόμενες που ξεμονάχιαζε εκεί έλεγε πως ήταν σύμβουλος του ΥΠ.ΠΟ, έτσι για φιγούρα. Ψέματα βεβαίως, δεν ήταν σύμβουλος, πελάτη τον είχε. Ο μπάρμπα Φώντας ήταν περήφανος για το βλαστάρι του. Είχε βγει στη σύνταξη από τα πενήντα του «δουλεύοντας» το ΤΕΒΕ με πλαστά παραστατικά εργασίας από τη Σουηδία, αλλά έβγαζε χοντρά φράγκα από τότε που το κόμμα τον έβαλε σύμβουλο στο κρατικό κανάλι. Πολλά λεφτά! Και δεν πατούσε και το πόδι του εκεί. Από τη Μύκονο τηλεφωνικώς οι πολύτιμες συμβουλές του μέσα από την πισίνα ή το τζακούζι που φερε απ΄ τη Σουηδία να του θυμίζει την ξενιτειά.

Έφερε και μια σάουνα αλλά την πήγε στο άλλο εξοχικό στην Αράχοβα. Από τη Μύκονο ερχόταν στην Αθήνα μόνο για τα συμβούλια με Υπουργούς, για να ζεσταθεί το κονέ. Έτσι κι αλλιώς με το σκάφος μια ώρα ήταν η Γλυφάδα από τη Μύκονο και τρως και καμιά αστακομακαρονάδα στο διάμεσο να διαπιστευτεί το στάτους. Και τα σκυλάδικα κοντά, λίγο άλλαξαν από το ηρωικό 80.

Το κόλπο του χρηματιστηρίου τους άφησε πολλλλλλλά κέρδη. Ήταν μέσα στις κομπίνες που φούσκωναν ανύπαρκτες εταιρίες. Πιο γρήγορα κι από φαρίνα Γιώτης. Όταν δόθηκε το σύνθημα, τα φράγκα μεταφέρθηκαν στην Ελβετία με τσουβάλια και είναι εκεί για τα γεράματα. Ο μπάρμπα Φώντας έμαθε πως ο καλύτερος φίλος του στο πατρικό του δίπλα αυτοκτόνησε από την απόγνωση. Έχασε τα πάντα. Ο Σημίτης που είχε ψηφίσει τον είχε διαβεβαιώσει πως το χρηματιστήριο θα τον κάνει πλούσιο και εκσυγχρονισμένο. Ο Φώντας έστειλε στεφάνι μια που δεν μπόρεσε να πάει στην κηδεία, είχε επιτροπή.

Στα μέσα του 2000 μπήκε πατέρας και γιος στο μεγαλύτερο φαγοπότι όλων των εποχών. Αρμέγανε από παντού, ήταν πια κολλητοί με τους πάντες και διαχειρίζονταν μίζες και λάδια. Σι Φορ Άι, Αντίρια, Ολυμπιακά Έργα, κατασκευές. ότι μπορεί και δεν μπορεί να φανταστεί κανείς. Η Ολυμπιακή φλόγα έφερε πολύ χρήμα. Ο Φώντας έχει ακόμα τη δάδα της φλόγας, την μετέφερε κι αυτός για 50 μέτρα. αλλά οι φωτογραφίες βγήκαν «καμένες» επειδή γυάλισε στον ήλιο το ολόχρυσο ρόλεξ και το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα στο μικρό δάχτυλο με το μακρύ νύχι.

Κάπου σ΄ αυτή την εποχή έχασα τα ίχνη του Φώνταυ και του γιου του. Είχα κι εγώ τα δικά μου προβλήματα επιβίωσης. Έμαθα πως αγόρασαν σπίτια στο Σαν Φραντζίσκο και στο Λονδίνο για τις δύσκολες ώρες. Μάλλον είχαν την πληροφορία πως η Ελλάδα θα γίνει επικίνδυνος τόπος για την κάστα τους αι έφυγαν νωρίς. Οι κολλητοί τους όμως είναι ακόμα εδώ, άπληστοι, αδίστακτοι, ψεύτες απέναντι σε εκατομμύρια φτωχών πια Ελλήνων.

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

MADE IN GREECE ΞΑΝΑ...

Έχει πάψει η Ελλάδα να παράγει. Τρώει από τα έτοιμα εδώ και 2 δεκαετίες, από τα με ημερομηνία λήξεως επιδοτούμενα προγράμματα, τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Κοντολογίς, εξαρτώμαστε από την διεθνή συγκυρία για τα δύο τελευταία, κι από την ελεημοσύνη για τα δύο πρώτα.

Τα εισπρακτικά μέτρα δεν αρκούν, τα λεφτά αργά ή γρήγορα θα τελειώσουν και δεν θα υπάρχουν άλλα.

Αν δεν αποκαταστήσουμε την παραγωγική βάση της χώρας, αν δεν παράγουμε την τροφή μας και άλλο πλούτο, ακόμη κι αν δανειστούμε με μηδέν τοις εκατό, αν δεν διατηρήσουμε την ταυτότητα και την περηφάνεια μας, πάλι θα φθίνουμε μέρα τη μέρα...

Αυτό που θα πρέπει να γίνει είναι να ξαναγίνει η Ελλάδα χώρα που παράγει. Αγροτικά προιόντα, υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, βιοτεχνική και βιομηχανική παραγωγή ποιότητας που να μπορεί να ανταγωνιστεί τις φτηνότερες αλλά μη ποιοτικές λύσεις του εξωτερικού.

Mπορούμε να παράγουμε βιολογικά αγροτικά προιόντα αρίστης ποιότητας και καλές τιμές.

Να δημιουργήσουμε παραγωγή στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα κρατώντας εδώ το επιστημονικό μας δυναμικό, που μεταναστεύει, η Ελλάδα είναι χώρα που ενώ υποδέχεται ανειδίκευτο δυναμικό, εξάγει ειδικευμένο.

Κάθε παραγωγική απόπειρα στραγγαλίζεται από ένα διεφθαρμένο και γραφειοκρατικό κρατικό τομέα...

Εμείς εκλέγουμε τις κυβερνήσεις μας, εμείς συναλλασσόμαστε μ' αυτό. Εμείς πρέπει ν' αλλάξουμε την βαλτώδη αυτή κατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που χρειάζεται είναι να αντιληφθούμε πως το μόνο που σίγουρα έχουμε είναι ο εαυτός μας, η εθνική μας ταυτότητα, οι ίδιες μας οι δυνάμεις...

Χρειάζεται ένα κράτος που να βοηθάει την προσπάθεια αυτή και που να μην την αντιμετωπίζει την μη διαπλεκόμενη και δημιουργική επιχειρηματικότητα ως αγελάδα προς άρμεγμα.

Τώρα εδώ που φτάσαμε, ίσως το καταλάβει αυτό κι ο κρατικός τομέας. Γιατί δεν θα υπάρχουν σε λίγο λεφτά να τον συντηρήσουν, είτε εμφανή είτε αφανή.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΗ...


Το είδα γραμμένο με μεγάλα γράμματα σε πίνακα ανακοινώσεων δημόσιας υπηρεσίας και το μεταφέρω αυτούσιο.

Συνοψίζει με λίγες λέξεις το νόημα και συνάμα το μυστικό της επιτυχίας και ανέλιξης στο δημόσιο.

Δεν έχει σημασία σε ποιά συγκεκριμένη υπηρεσία αναφέρεται...
...Βρίσκει εφαρμογή σε όλες:

"Όποιος δουλεύει κινδυνεύει να κάνει λάθη και να τιμωρηθεί, ενώ εκείνος που κάθεται προάγεται".

Ουδέν σχόλιο παραπέρα.

Αυτοί που είναι μέσα, ξέρουν καλύτερα. Κάποιοι δε, τολμούν κι εκφράζονται.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΑΡΙΘΜΟΥ...


Προσλαμβάνουνε μερικά άνεργα νεαρά άτομα με τετράωρη απασχόληση κι ανάλογες αποδοχές...

Τα καθίζουνε σ' ένα τηλεφωνικό κέντρο και τους δίνουν τα στοιχεία μας...

Τα βάζουν να τηλεφωνούν 5 - 6 - 7 - φορές τη μέρα στις πιο ακατάλληλες ώρες, δήθεν να μας υπενθυμίσουν κάτι που ΔΕΝ έχουμε ξεχάσει...

Διαβάζοντας μηχανικά ένα "ποιηματάκι" που τους έχουν από πριν γραμμένο, αφού από μόνα τους δεν θα κατόρθωναν ποτέ να σχηματίσουν μια πρόταση σωστά...
Αυτό θα υπέρβαινε τα προσόντα που τους ζητούσαν όταν τους διάλεγαν...

Πάντα με απόκρυψη του αριθμού τους, να μην ανακαλύψουμε τη φωλιά τους (πανεύκολα με τη διαθέσιμη σε όλους τεχνολογία σήμερα)...

Αν δεν πάρουν απάντηση, επιμένουν να ξανακαλούν, μέχρι αηδίας...

Οπότε ακούνε το σιχτίρισμα, εκτός αν προλάβουν να κλείσουν τη γραμμή ενστικτωδώς, οι έχοντες αντανακλαστικά βέβαια...

Τότε ησυχάζουν για μερικές ώρες, για να επανέλθουν με την ίδια εμμονή...
Ανεξήγητη εμμονή να υπηρετούν τα συμφέροντα των πλούσιων αφεντικών τους, ενοχλώντας ανθρώπους που πάνω κάτω είναι σαν κι αυτούς, πασχίζουν για επιβίωση δουλεύοντας ή προσπαθούν να κάνουν κάτι στη ζωή τους αντί να υποαπασχολούνται σε παρόμοιες παρασιτικές, μη παραγωγικές θέσεις...

Καμμιά ταξική συνείδηση της θέσης τους και του ρόλου τους, πιστά στο πουγκί του αφέντη τους...

Έχει πλάκα να ζητήσουν και πριμ απόδοσης για το κοινωνικό έργο τους, αν ανοίξουν ποτέ τα μάτια και τ' αυτιά τους...

Μεγάλη η υπέρβαση για δαύτα, κι ο κύριος λόγος που πήραν τις εν λόγω θέσεις "αξιοκρατικά"...

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

ΠΑΡΑΛΙΑΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ...


Καλοκαίρι, Αύγουστος, και το πόπολο ξαμολιέται στις παραλίες.

Αναζητώντας δροσιά στο νερό μα και μεταφέροντας τις συνήθειες του που δεν αποχωρίζεται ποτέ.
Γραφικές ή σιχαμένες, αυτές είναι, χαρακτηρίζουν τον κάθε άνθρωπο και δεν αλλάζουν όπου και να πάει, ότι και να κάνει.

Τις ξεδιπλώνει και στη θάλασσα, ενώπιον όλων...

Στη δήθεν "οργανωμένη" πλευρά, όπου μερικά παράσιτα - αφισοκολλητές και κολλητοί δημοτικών συμβούλων κονομούνε καθισμένοι σε μια καρέκλα στη δροσιά, ενοικιάζοντας άλλες καρέκλες κι ομπρέλες σε τεμπελχανάδες που δεν εννοούν ν' αποχωριστούν το ραχάτι ούτε πάνω στην άμμο, πληρώνοντας όσο - όσο τον κάθε ένα που τους το παρέχει.
Τα παράσιτα να μαζεύουν εκατοντάδες ευρώ καθημερινά χωρίς κόπο και να κοιτούν με μισό μάτι όσους δεν χρησιμοποιούν τις προσφερόμενες ανέσεις τους ή είναι πιο πρακτικοί και φέρνουν τη δική τους καρέκλα κι ομπρέλα στον "χώρο τους".

Δώρο του Δημιουργού οι παραλίες στις παραθαλάσσιες περιοχές, γιατί να κονομά το κάθε άδουλο παράσιτο σε βάρος των υπόλοιπων που θέλουν να έχουν πρόσβαση, από που έγινε δικός του ένας ορισμένος χώρος άμμου και τον υπερασπίζεται μετά μανίας και προκλητικά;
Αδιαφορώντας ακόμη και για το ξύλο που θα πέσει καμιά φορά, μιας και δεν οφείλουμε όλοι γραμμάτια σε δημάρχους, συμβούλους και ευνοούμενους τους, να γεμίζουμε τον μπεζαχτά τους...

Αναρτούν με παράτες γαλάζιες σημαίες παραδίπλα από τους υπονόμους, υπό τα χειροκροτήματα και τις ιαχές των καταστηματαρχών που "αναβαθμίστηκε" η περιοχή τους και θα πουλούνε ακριβότερα τις προτηγανισμένες πατάτες στα ηλιέλαια και τα ξεψυγμένα ψάρια σε πρόθυμους κοιλιόδουλους.

Που δεν μπορούν να μη μασούν ακόμη και την ώρα του μπάνιου, συνήθεια που ανακάλυψαν κι εκμεταλλεύονται δεόντως άλλοι αρπακολατζήδες, που περιφέρουν λιωμένα γλυκά που γίνονται ανάρπαστα σε λίγα λεπτά, σκουληκιασμένα φιστίκια, ή αγοράζοντας μια καρπούζα και πουλώντας κάθε μικρό κομματάκι της χωριστά σε τιμές χαβιαριού...

Ακόμη και τυχάρπαστοι μασέρ εμφανίστηκαν φέτος που προσφέρουν μασάζ της κακής ώρας σε σαπιμένες γριέντζες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους...αφού υπάρχουν και προσφέρονται...

Κάτω από το βλέμμα του δήθεν ναυαγοσώστη κόπρου, που το μόνο που φαίνεται να τον ενδιαφέρει είναι το ολοήμερο μαύρισμα του και η νυχτερινή επίδειξη του σε Σκανδιναβές ξανθές σε κωλάδικα, σαν κακό αντίγραφο ξένου σήριαλ που έχει πιστέψει πως είναι συνέχεια του...

Έχει περιοριστεί πια και η ενοικίαση κανώ ή ποδήλατου, οι μόνες δραστηριότητες που δεν μπορούν να γίνουν εκτός παραλίας...

Εκεί που τελειώνει η εκμεταλλεύσιμη πλευρά της παραλίας, αρχίζει αυτή που είναι αφημένη σε κάθε λογής ζωντόβολα, δίποδα και τετράποδα.
Η εκτόνωση του αλλοδαπού και ντόπιου αληταριού...

Όπου σκύλοι κι ιδιοκτήτες κολυμπούνε πλάι - πλάι, μισό μέτρο από την ταμπέλα του το απαγορεύει.

Όπου άλλοι αδέσποτοι σκύλοι ψάχνουν μάταια για τροφή και νερό έξω από μερικά κουρελιασμένα αντίσκηνα μπατιροτουριστών, μην γνωρίζοντας τα πεινασμένα ζώα πως κι αυτοί τρέφονται από τα πεταμένα των λαικών αγορών και κοιμούνται στα σκουπίδια κάνοντας "διακοπές" στη μιζέρια τους...

Σκουπίδια που και η ίδια η θάλασσα κάνει ότι μπορεί να ξεβράζει καθημερινά όσο γίνεται περισσότερα, ξέροντας πως κανείς δεν θα τα καθαρίσει ποτέ, αφού το κομμάτι αυτό δεν προσφέρεται για εκμετάλλευση.

Όπου αλλοδαπά πατσαούρια κάθε τριτοκοσμικής ράτσας και κουμασιού, καραδοκούν κρυμένα να δούν κανένα κώλο ή ν' αρπάξουν κανένα πορτοφόλι στη ζούλα, από τουρίστες που ξεγελαστούν και βουτήξουν εκεί, ή βαριούνται να πάνε παρακάτω με τον κόσμο.

Τον "καθώς πρέπει" κόσμο των μισθωτών κι επιδοματιών που δεν πλησιάζει το απαγορευμένο κομμάτι.
Μη το παιδί και δει τα κατακάθια της κοινωνίας, που όμως κλείνοντας τα μάτια δεν εξαφανίζονται...

Όσο για τους πραγματικά έχοντες και ξέροντες, ξανοίγονται με τα κότερα σε απόμακρες κι ερημικές γωνιές, όπου δεν ενοχλούνται από κανέναν της πλέμπας, απολαμβάνοντας πραγματική ησυχία και καθαρά - απλησίαστα νερά.

Να μην βλέπεις κανέναν αν δεν θέλεις να τον δείς. Αυτό είναι ποιότητα ζωής και ένα κίνητρο επιτυχίας...