Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυγά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυγά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ...

Σε ένα χωριό κυκλοφόρησε μια φήμη πώς κάποιος αγρότης είχε μια κότα που γεννούσε χρυσά αυγά...

Έτρεχε λοιπόν ο κόσμος στο χωριό του ιδιοκτήτη της κότας να τη δει, αυτός περήφανος την έβαζε σ'ένα τραπέζι του καφενείου και σε λίγες στιγμές έβγαινε το χρυσό αυγό μπροστά στα κατάπληκτα μάτια όλων.

Έφτασε η είδηση στο νομάρχη, αρχικά δεν το πίστεψε, μετά τον έπεισαν να πάει να δεί. Πήγε και δεν πίστευε στα μάτια του.

Ειδοποίησαν και τον περιφερειάρχη, πήγε κι αυτός στο χωριό, στήθηκε η κότα μπροστά του και να ένα ακόμη χρυσό αυγό...

Τρελάθηκαν όλοι,  ειδοποίησαν το Υπουργείο στην Αθήνα, ήρθε ο υπουργός με μια επιτροπή από 15 τεχνοκράτες και 23 συμβούλους, μελέτησαν την κότα, εξέτασαν τα χρυσά αυγά και εντυπωσιάστηκαν...
Λένε στο αφεντικό της κότας:

- Εδώ μιλάμε για κάτι συγκλονιστικό, θέμα Εθνικής σημασίας, θα πρέπει να μας παραδώσεις την κότα να την πάρουμε στην Αθήνα να την μελετήσουμε...

Με τα πολλά δέχτηκε να την πουλήσει στο κράτος για ένα αστρονομικό ποσό, πήρε λοιπόν η επιτροπή την κότα στην Αθήνα και την παρέδωσε στον "Δημόκριτο" για να την μελετήσουν.

Σε λίγες μέρες παίρνουν έξαλλοι τον αγρότη τηλέφωνο και του λένε:

- Απατεώνα μας γέλασες, από τότε που την φέραμε στην Αθήνα η κότα δεν έχει κάνει ούτε ένα χρυσό αυγό...

Τι να κάνει αυτός, παίρνει το αγροτικό και βούρ για την Αθήνα, όπου πάει στον "Δημόκριτο" και βρίσκει την κότα:

- Βρέ κοτούλα μου της λέει, τι έπαθες; Θες να με εκθέσεις; Γιατί έπαψες να γεννάς χρυσά αυγά;
Και του απαντάει η κότα:

- Σιγά που θα κάτσω να ξεσκίζομαι τώρα που βολεύτηκα στο Δημόσιο!

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΑ ΜΟΥΛΑΡΑΥΓΑ...


Δυο ψεύτικα μεγάλα αυγά από γύψο είχε βρεί ένας απατεώνας γύφτος κι έψαχνε τρόπο να τα πουλήσει στη λαϊκή.

Μεγάλα σαν μπάλα του ράγκμπυ, δύσκολα θα πουλιότανε σαν αυγά κάποιου γνωστού πουλιού και σε ανθρώπους από χωριό που ξέρανε.

Ο γύφτος σκέφτηκε να τα πασάρει σε κανέναν μπουνταλά από 2 - 3 που έβλεπε να κάνουν τους βοηθούς σε μανάβηδες, ξεφορτώνοντας καφάσια και τσουβάλια.

Πλεύρισε έναν τριαντάρη από αυτούς που φαινότανε από μακριά πως κουτουλούσε και τον έψηνε για ώρα να πάρει τα αυγά που ήταν λέει από μουλάρι και θάβγαζαν 2 μουλαράκια σε λίγες βδομάδες, αν τάβαζε κάτω από άχυρα και τα κρατούσε ζεστά...

20 ευρώ το ένα τα πλήρωσε τελικά ο μπουνταλάς χωριάτης που τάκρυψε σε μια μισοσκισμένη βούργια που είχε κι έβαζε το νερό και το πρόγευμα του, να μην τα δούνε οι άλλοι και τα πάρουνε, ειδικά δε το αφεντικό του που όλο τον κορόϊδευε για την μπουνταλοσύνη του...

Φτάνοντας αργά το μεσημέρι στο χωριό του σκέφτηκε να μην τα πάει στο σπίτι καθόλου, μα να τα αφήσει στο αλώνι του γέρου του που δεν πήγαινε τώρα κανείς, να επωαστούν με την ησυχία τους και να βγούνε τα μουλαράκια όταν θάταν ο καιρός τους...

Με τη βούργια στον ώμο του να ταρακουνιέται, πήρε τον ανηφορικό δρόμο για το αλώνι. Βαριά τ' αυγά από γύψο, πίεζαν το φθαρμένο από την πολυκαιρία πανί και δεν άργησε να μεγαλώσει μια μικρή τρύπα που υπήρχε στον πάτο, αρκετά ώστε να κυλήσουν έξω τα αυγά με τα υπόλοιπα πράγματα που είχε μέσα...

Κυλούσανε σε μια πλαγιά στην άκρη του χωματόδρομου με τον μπουνταλά να τα κυνηγά, ώσπου ένας μεγάλος θάμνος σταμάτησε την πορεία τους και με την φόρα που είχαν συγκρούστηκαν, μ' ένα ξερό και δυνατό κρότο, όμοιο μ' αυτόν που κάνουν δυο πέτρες που χτυπιούνται.

Ένας λαγός που κοιμόταν με την μεσημεριανή ζέστη στη σκιά του θάμνου, ξυπνά τρομαγμένος και γλακά στην κατηφόρα, στην αντίθετη πλευρά από εκείνη που έβλεπε τον άνθρωπο να έρχεται...

Βλέποντας τον ο μπουνταλάς άνθρωπος, κοντοστέκεται και φέρνοντας τη χέρα του στο μέτωπο να σκουπίσει τον ιδρώτα, λέει μεγαλοφώνως:

- Πάει το μουλαράκι μου κι ήτονε και γρήγορο το παντέρμο....