Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 59

Ερχόταν πρωί – πρωί με τα πόδια από τη Νέα Χώρα που έμενε, και δούλευε μέχρις ότου έβλεπαν τα γέρικα μάτια του, αργά το σούρουπο. Κάθε μέρα εκτός Κυριακές και αργίες ήταν εδώ, να προχωρά το έργο που είχε θέσει στόχο ζωής. Τα μεσημέρια έτρωγε ότι κρατούσε σε ένα μαντήλι τυλιγμένο, κανείς δεν το είδε αφού ποτέ δεν μοιραζόταν τίποτα με κανέναν. Έγερνε ύστερα κατάχαμα σε μια σκιερή γωνιά κι αποκοιμόταν όταν ένοιωθε αποκαμωμένος, ξυπνούσε σε λίγη ώρα και συνέχιζε.

Και πώς να μην κουραζόταν, αφού έκανε τα πάντα με τον δύσκολο τρόπο. Για να ανεβάσει πχ τα τούβλα που ξεφόρτωνε χύμα το φορτηγό της μάντρας τον δρόμο, ανέβαινε στο διώροφο γιαπί από τη σκάλα, έριχνε ένα χοντρό σκοινί κάτω να κρέμεται, κατέβαινε μετά κάτω, έβαζε σε ένα μαύρο φθαρμένο ζεμπίλι που είχε δεμένο στην άκρη του σκοινιού μερικά τούβλα, όσα ακριβώς χωρούσε αυτό και μπορούσε να σηκώσει εκείνος.

Ανέβαινε πάλι επάνω, τραβούσε το σκοινί, άδειαζε το βαρύ ζεμπίλι, το έριχνε κάτω, κατέβαινε, το ξαναγέμιζε, ανέβαινε ξανά τη σκάλα, το τραβούσε πάλι, το άδειαζε, το έριχνε κι αυτό συνεχιζόταν μέχρι να ανεβάσει και το τελευταίο τούβλο. Μετά είχε σειρά η λάσπη, που την έφτιαχνε κάτω μαζεμένη και την ανέβαζε έλιγη – έλιγη όταν την χρειαζόταν με τον ίδιο χειρονακτικό και κουραστικό τρόπο. Έχτιζε έναν τοίχο με το πάσο του, έναν άλλο απέναντι, και σιγά – σιγά το κτίριο έπαιρνε μορφή.

Κάποιες φορές είχε βοηθούς τη γυναίκα και την αδερφή του, που τις τραβούσε στην οικοδομή με το ζόρι, όταν χρειαζόταν περισσότερα χέρια. Εργάτες ή τεχνίτες ή συνεργεία ολόκληρα έφερνε μόνο όποτε τους χρειαζόταν πραγματικά, πάνω σε πράγματα και δουλειές που δεν μπορούσε να καταφέρει ο ίδιος, με αυτά που ήξερε και με τα εργαλεία που διέθετε.



Σύντομα η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: