Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ…50

Νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα η μεγαλύτερη αδερφή η Μαρία αν και ξεροκέφαλη, εκτός από όλες τις αγροτικές δουλειές που έκανε, ήξερε να υφαίνει στον αργαλειό, να ράβει ρούχα, να πλέκει δαντέλες – πουλόβερ – κουβέρτες, να κεντά σεντόνια – πετσέτες – μαξιλάρια, να γαζώνει στην μηχανή SINGER που είχε αγοράσει με δικά της λεφτά. Είχε την προίκα της έτοιμη, φτιαγμένη με τα χέρια της. Τα ίδια φυσικά ξέρανε να κάνουνε και οι υπόλοιπες γυναίκες της εποχής, στα χωριά τουλάχιστον.

Αυτήν λοιπόν έβαλε στόχο ο Τσούρδος να την προξενέψει με τον Ζαχάρη, που ερχόταν στο χωριό να τον βρει πότε – πότε και τα λέγανε. Αυτό το έκανε περισσότερο σαν χάρη προς τον παλιό φίλο του τον Ζαχάρη, που ήθελε να τον βοηθήσει  όπως μπορούσε με τις περιορισμένες δυνάμεις του. Για να μην περάσει μοναχός την υπόλοιπη ζωή του, σαν πρώην κατάδικος και με περασμένα τα σαράντα του πια, με λίγες ευκαιρίες για να δουλέψει, να κάνει κάποια λεφτά και να δημιουργήσει μια δική του οικογένεια, για να χαρεί κάτι καλό στην υπόλοιπη ζωή του.

Εξάλλου η Μαρία είχε μεγαλώσει πια αρκετά και το ήξερε και η ίδια, μα από μικρή έβγανε γλώσσα και ήθελε να κάνει το δικό της έτσι όπως καρφωνόταν στην κεφαλή της, για αυτό δεν την έπαιρνε κανείς άντρας από το χωριό κι έπρεπε να της βρούνε κάποιον από αλλού, να μην τη νε ξέρει καλά. 

Λεπτός και λεβέντης ακόμη ο Ζαχάρης, είχε ράψει και δυο κοστούμια ένα χειμερινό κι ένα καλοκαιρινό να φοράει τις σχόλες, μα είχαν περάσει κι αυτουνού τα καλά του χρόνια και άδικα, χωρίς να τα ζήσει και του χρειαζόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Μια δεκάδα χρόνια μεγαλύτερος ήταν από την Μαρία, ακούραστος, εργατικός και φιλότιμος ήταν, λεφτά μάζευε με κάθε ευκαιρία, μπορούσανε μια χαρά να σμίξουνε και να κάνουνε οικογένεια.

Εδώ ο Τσούρδος είχε μια ανέλπιστη βοήθεια στη προσπάθεια του από την Ελισάβα. Μια γυναίκα που ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου. Ήταν όμως αυτή που νοίκιαζε ένα δωμάτιο από το σπίτι της στον Ζαχάρη, τον είχε μάθει αρκετά καλά αφού ήταν σχεδόν κάθε βράδυ μαζί μιλώντας για τα πάντα και ήθελε και κείνη να τον αποκαταστήσει όσο ήταν καιρός ακόμη. 

Αυτή είχε επιπλέον κι ένα μικρό μαγαζί στον Κάτολα στα Χανιά, με τόπια από υφάσματα, βρακολάστιχα (περιζήτητα τότε που οι γυναίκες τις έφτιαχναν τις βράκες τους μόνες τους στο χέρι ή στην μηχανή) και είδη ραπτικής, με πολλή γυναικεία πελατεία, μεταξύ αυτών η μάνα Αγλαΐα, οι κόρες Μαρία και Αντωνία, η νύφη Ελένη, οι ξαδέρφες Κούλα, Αντριάνα, Χρυσούλα, η θεία Ζωή η κουκούτσα, η άλλη θεία η Αρετώ, μερικές συγχωριανές ακόμη…


Σύντομα η συνέχεια…

Δεν υπάρχουν σχόλια: