Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 38

Με το κλείσιμο των σχολείων, όποτε δεν ευκαιρούσε ο θείος, ερχόταν σταλμένος αυτός ένα μεσημέρι, την ώρα που τελείωνε με τις υπόλοιπες δουλειές του. Σαν τελευταίο αγώι της μέρας προπληρωμένο από τον Σταμάτη, περνούσε από το σπίτι τους στα Χανιά κι έπαιρνε στριμωχτά στο στενό μονοκόμματο κάθισμα τα μικρά παιδιά της Μαρίας στο Νιο Χωριό, να ξαλαφρώσει αυτή λίγο από τα τόσα άτομα και στόματα. Εδώ το φαγητό ήταν πάντα υπεραρκετό για όσους κάθονταν στο τραπέζι.

– Να σας βάλω λίγο φαί από το τσικάλι ακόμη; Θα πεινάτε…

Η θεία επέμενε να συνεχίσουνε το φαί και ο θείος έδινε και τα ρέστα του σε μια τυχόν άρνηση τους

– Τι στέκεις και τους ακούς, βάλε τους από μια γεμάτη κουταλιά ακόμη τώρα που είναι ζεστό, μα θα τη φάνε…

Και για να αποδείξει την βεβαιότητα του πως χρειαζόταν περισσότερο φαί, έπιανε κάποιο από τα λεπτά παιδικά χεράκια και με σκεπτικισμό το σύγκρινε, λέγοντας:

–  Γιάε κάτι χεράκια που έχεις, ίδια καλαμάκια, πιο χοντρή είναι η φτόνη μου!

Κάτι που έκανε τα μικρά αγόρια να θέλουν να φάνε περισσότερο, να αναπτυχθούν και να μεγαλώσουν πιο γρήγορα τα λιανά τους παιδικά σώματα. Να φτάσουν ως το τέλος αυτουνού του καλοκαιριού αν ήταν δυνατό να έχουν κάποιες υπολογίσιμες διαστάσεις, αντρίκιες πια, να μην τους κοροϊδεύει κανείς, έστω και καλόβολα.

Τι κι αν τα παιδιά είχανε ήδη φάει ένα μεγάλο πιάτο αχνιστό πιλάφι με στάκα και δυο διαλεγμένα κομμάτια ψαχνό από τον βραστό τράγο που στο ζουμί του έβρασε μετά το ρύζι, είχανε πει δυο ποτήρια παλιό κόκκινο σπιτικό κρασί με το γεύμα και κατόπιν μερικά καλιτσούνια γεμισμένα με μυζήθρα και σπανάκι ανάμεικτα που τους αρέσανε πολύ, συν ένα κομμάτι γλυκό που είχανε…

Ενώ είχαν βοσκηθεί (χορτάσει) πλήρως με το λιπαρό φαγητό και ψάχνανε να βρούνε έναν ήσυχο τόπο να θέσουνε λίγο όπως συνηθίζανε κάθε μεσημέρι να καταλαγιάσουνε και να χωνέψουνε, οι συγγενείς επέμεναν πως θα φεύγανε από το σπίτι τους  και θα ήταν λέει νηστικοί.



Σύντομα η συνέχεια…

Δεν υπάρχουν σχόλια: