Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ… 37

Στο φιλόξενο σπίτι του περνούσαν πολλές μέρες από τα καλοκαίρια τους τα παιδιά της Μαρίας, κάθε χρόνο σχεδόν από όταν ήταν μικρά.

Όταν πλησίαζε το τέλος του Ιούνη με τις μεγαλύτερες ημέρες του χρόνου, ερχόταν με το πρώτο  λεωφορείο της μέρας, λες μιλημένος με τηλεπάθεια. Έμπαινε ένα πρωινό στο σπίτι τους και τα έπαιρνε μαζί του το μεσημέρι που έφευγε ανά δυο πάντα, τόσα κρεβάτια περίσσευαν στο σπιτικό του. Τον περίμεναν με αδημονία, τόσο για την ξεχωριστή ανάπαυλα στο χωριό πέρα από την ρουτίνα που είχαν συνηθίσει στην πόλη, όσο και για το ιδιότυπο χιούμορ του. Η αγαπημένη τους ατάκα του θείου, αυτή που τους επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία ήταν:

– Κρυώνεις μωρέ;

Που έλεγε όμως πάντα τα καλοκαίρια και η αντίστοιχη που του άρεσε να ξεστομίζει τους κρύους χειμώνες:

– Ζεσταίνεσαι μωρέ;

Για να καταλήξει και στις δυο περιπτώσεις στο ανεπανάληπτο

– Ε, άμε όξω να τσιρίσεις!

Κάτι που ξεσήκωνε τα αγόρια και τα έκανε να γελούν ώρα πολλή…

Δεν πήγαιναν διακοπές κάπου αλλού ή σε κατασκηνώσεις, δεν το θέλησαν, ούτε το απαίτησαν ποτέ. Τους ήταν αρκετό το Νιο χωριό και το γνώριμο σπίτι του θείου. Σε αντάλλαγμα για τα μεγάλα αγόρια του Σταμάτη που έμεναν στης θείας τους της Μαρίας στα Χανιά όταν ήταν να πάνε σε μια τεχνική σχολή και κατόπιν τα χρόνια που δούλευαν μέχρι να τα καλέσουν για την στρατιωτική τους θητεία. Και τα δυο του κορίτσια ερχόταν και μένανε με τη σειρά τους αργότερα, για να μάθουν κοπτική – ραπτική και άλλες τέτοιες γυναικείες τέχνες, στο Κέντρο Εργαζόμενου Κοριτσιού.

Επί σειρά ετών πηγαινοέρχονταν τα ξαδέρφια μεταξύ των δυο σπιτιών. Και οι πολλές τσάντες επίσης, φίσκα γεμάτες κάθε φορά με εποχικά χόρτα, λεμόνια, φραγκόσυκα, πορτοκάλια, μανταρίνια, σταφύλια, λάδι, αυγά, κρέας, κρασί, χοχλιούς, φρέσκια μυζήθρα και λοιπά φαγώσιμα. Που έστελνε απλόχερα τακτικά ο Σταμάτης στην αδερφή του, με τον παπα-Πέτρο που είχε την δημόσιας χρήσης πράσινη τρίκυκλη μηχανή, τον μόνιμο έμπιστο αγωγιάτη του.

Σύντομα η συνέχεια…

Δεν υπάρχουν σχόλια: