Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 28

Ήταν ένα παλαιό Τούρκικο φρούριο δίπλα στο μικρό χωριουδάκι το Καλάμι, που τότε το χρησιμοποιούσαν ως υψηλής ασφάλειας εγκληματική φυλακή για βαρυποινίτες, γίνονταν κι εκτελέσεις θανατοποινιτών σε ένα πλάτωμα που του έδειξαν φευγαλέα κοντοφτάνοντας από τον δρόμο. 

Με την άφιξη του και αμέσως μετά την καταγραφή του στο μητρώο της φυλακής, τον έβγαλαν ξανά για λίγο έξω με συνοδεία. Μέχρι ένα διπλανό ανοιχτό χωράφι, όπου επέτρεπαν και συνάμα υποχρέωναν τον κάθε νεοφερμένο τρόφιμο να γεμίσει τρουλωτά με μαλακά άχυρα, φρέσκιες μυρωδάτες μαραθιές κι ότι άλλες καλοκοιμητές εύρισκε και μάζευε στην σύντομη βόλτα του, έναν μεγάλο φάρδο από χοντρή λινάτσα, που του είχανε δώσει μέσα. Ο οποίος φάρδος παραγεμισμένος θα χρησίμευε εφεξής σαν υποτυπώδες στρώμα, πλακωμένος ανάμεσα στο κορμί του και το σιδερένιο κρεβάτι, τις ώρες του ταραγμένου ύπνου του.

Γέμισε η ματιά του Ζαχάρη από το μπλε χρώμα της θάλασσας που απλωνόταν ως τα βάθη του ανοιχτού ορίζοντα εμπρός του. Γέμισαν και οι πνεύμονες του αλμυρό οξυγόνο από τον αέρα που του έστελνε άφθονο το ανοδικό ρεύμα όσο ήταν έξω. Για τα επόμενα 11 χρόνια δεν θα ξανάβλεπε το χρώμα της πίσω από τους ψηλούς πέτρινους τοίχους της φυλακής. Ούτε θα ένοιωθε την δροσιά της στο κορμί του τα καλοκαίρια της νιότης του. 

Θα  άκουγε πάντως τα μακριά χειμωνιάτικα βράδια μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους, τον μανιασμένο αχό της να ξεσπά στους απότομους βράχους  κάτω από το φρούριο κατατρώγοντας τους και θα ένοιωθαν όλοι την υγρασία της να τους περονιάζει και χρόνο με τον χρόνο να αποτίθεται στα κόκκαλα τους. Θα έβλεπαν και σκόρπια ψήγματα από το αλάτι της στερεό & κολλημένο στους τραχείς τοίχους. Από όπου το μάζευαν ξύνοντας το μερικοί και το έγλυφαν λαίμαργα, σαν κάτι ξέχωρο και σπάνιο για τους κάλυκες της γεύσης τους, συνηθισμένους στα νερόβραστα κι ανάλατα φαγητά της φυλακής...    

Η πολύχρονη φυλάκιση σε τέτοιες σκληρές συνθήκες δεν είχε καταβάλλει τον νεαρό Ζαχάρη, που με εγκράτεια παρέμενε λεπτός, δυνατός, σφιχτός και αρκετά όμορφος. Ενώ τα καλύτερα του και πιο δημιουργικά αν ήταν ελεύθερος χρόνια καθενός άντρα περνούσαν το ένα μετά το άλλο στην αράδα, μεγάλωνε στα πέτρινα υγρά κελιά χωρίς να χαρεί τίποτα από τα νιάτα του, από όλα εκείνα που οι συνομήλικοι του θεωρούσαν δεδομένα. Ούτε καν την βαθύτερη του επιθυμία  του να κάνει εμπόριο και να πλουτίσει, κάτι που θα τον έτρωγε όλη την μετέπειτα ζωή του...

Είχε μεταφερθεί κι αυτός στην Αγυιά, όπου δουλεύοντας στο αμπέλι της αγροτικής φυλακής περίμενε να περάσουν τα 9 τελευταία χρόνια της ποινής, τώρα που η μια μέρα μετρούσε για δυο, να δει τι θα απόκαμε με την ζωή του. 

Εκεί ήταν που γνωρίστηκαν με τον Τσούρδο, στον ίδιο θάλαμο τους κλείνανε και κοιμότανε τα βράδια, στο ίδιο αμπέλι δούλευαν, μαζί τρώγανε το συσσίτιο από τις αλουμινένιες καραβάνες και κοιμότανε σε γειτονικά κρεβάτια. Κάθε μέρα μιλούσανε συχνά και μοιράζονταν τα ίδια τσιγάρα κομμένα στη μέση, προσφιλή συνήθεια των κρατούμενων που δεν τα είχαν άφθονα. Με τον καιρό γίνανε φίλοι.



Σύντομα η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: