Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 23

Της έφερνε κι αυτός πότε - πότε κάποια δώρα που του ζητούσε, μια κι αυτή δεν έβγαινε συχνά έξω, δεν επιτρεπόταν στις αυστηρώς επιβλεπόμενες μαθήτριες της Γαλλικής σχολής οι άσκοπες βόλτες. Τον καθοδηγούσε μέσα από τα κάγκελα αυτή κι απέξω αυτός, να μαθαίνει τα κατατόπια και τα σημεία εκείνα που δεν ήξερε, να πηγαίνει στην πόλη και να της φέρνει πότε παγωτό από τον «Ευσταθίου», πότε αμυγδαλωτά από τον «Ταμπακόπουλο» και πότε μπουγάτσα από τον «Ιορδάνη», τρία από τα πιο αγαπημένα της Χανιώτικα εδέσματα. Οι τυρόπιτες και τα παγωτά του «Κλάρα» υπήρχανε και στο κυλικείο της Γαλλικής σχολής.

Βγήκαν μια βόλτα αργότερα οι δυο τους ένα σούρουπο, μα βόλτα όμως κοντινή και εντός των ορίων της περιοχής, πήγαν ως το λιμανάκι της Αγίας Κυριακής στην άκρη της κατοικημένης Χαλέπας. Ερημικό μέρος τότε, χωρίς σπίτια με αδιάκριτα βλέμματα πίσω από μισόκλειστες κουρτίνες, ένα πολύ μικρό λιμανάκι με λίγες ψαρόβαρκες, μερικά πιο απόμερα εργαστήρια των Ταμπακαριών κι ένα εκκλησάκι ήταν μόνο, που μάζευε αξιόλογο πλήθος κόσμου μοναχά δυο φορές τον χρόνο. Στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής τον Ιούλη τη μια και την μέρα της Καθαρά Δευτέρας, που πήγαιναν και γιόρταζαν τα κούλουμα οι παλαιοί Χανιώτες, την άλλη.

Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου αποτελούσε απαγορευμένο τόπο για τα καθώς πρέπει κορίτσια των καλών οικογενειών, μα η Τασία με τη παρέα του Σταύρου «της» θα πήγαινε οπουδήποτε. Την σαγήνευε τόσο αυτός ο άντρας, αδρός κι αρρενωπός από τη μια, μα τρυφερός και γλυκός από την άλλη. Πως την αγκάλιαζε τρυφερά όταν φώλιαζε στην αγκαλιά του εκείνη, πως έγερνε και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του και μετά χαμηλότερα στο πλατύ τριχωτό στήθος του να νοιώθει σιγουριά, πόσο απαλά ήταν τα μαλλιά της στο πρόσωπο του, πως την σήκωνε με τα χέρια του ψηλά, αν και ήταν λίγο ψηλότερη του στο μπόι, ανάλαφρα για κείνον τα 45 μόλις κιλά της, το πρώτο τους φιλί και ο έρωτας γεννιέται, όπως ήταν φυσικό...

Την συνάρπασε όταν της είπε πως ήταν βετεράνος του πολέμου της Κορέας και πως βρέθηκε εκεί ως εθελοντής για να βγει νωρίτερα από την φυλακή. Της είπε μερικές κουβέντες στα Αγγλικά, τις μόνες που είχε καταφέρει να μάθει. Του μίλησε εκείνη Γαλλικά που ήξερε καλά. Της είπε ακόμη πολλά για το χωριό, την οικογένεια του και τη ζωή τους εκεί από όταν ήταν παιδί, ώσπου να έρθει να μείνει και να δουλέψει στα Χανιά, όπου μια μέρα την συνάντησε και γνωρίστηκαν.

Όποτε πληρωνόταν κάθε μήνα, την πήγαινε με κούρσα στη «Νυχτερίδα» την φημισμένη ταβέρνα του Μαστορίδη στις Κορακιές. Για ρομαντικό δείπνο στον κήπο της, κάτω από τα αστέρια και με πανοραμική θέα όλη την πόλη των Χανίων, να απλώνεται φωτισμένη τις νύχτες πέρα από τα πόδια τους. Δείπνο που τελείωνε κάθε φορά με χειροποίητα γλυκά και σπιτική τσικουδιά, προσφορά των ιδιοκτητών στους πελάτες τους, ήξεραν να τρώνε καλά όσοι ανηφόριζαν ως εκεί και φρόντιζαν οι ιδιοκτήτες που ήξεραν καλά τις επιθυμίες των πελατών τους, πολλοί εκ των οποίων διάσημοι κι επιφανείς την εποχή τους κι όχι μόνο από τα Χανιά.


Σύντομα η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: