Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 22


Όταν έπιασε δουλειά ο Σταύρος στα Ταμπακαριά, έπρεπε να περνά είτε μπροστά είτε από πίσω από το κτίριο της σχολής, για να πηγαίνει και να φεύγει από τη δουλειά ή όπου αλλού τον έστελναν τα αφεντικά. Τραβούσε τα βλέμματα πολλών κοριτσιών του γυμνασίου που ποδάριαζαν στα μαύρα κάγκελα στα διαλλείματα και πείραζαν τους περαστικούς, όσους τους τραβούσαν το ενδιαφέρον τουλάχιστον.

Ήταν ακόμη νέος καλοκαμωμένος, ευθυτενής, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά και το μουστάκι που διατήρησε για πολλά χρόνια, το καλό παράστημα που πρόδιδε σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Έβαζε το κλωναράκι τον βασιλικό στο αυτί όταν εύρισκε γλάστρα βολική να το κόψει και το μαντήλι προσεκτικά διπλωμένο κάτω από τον γιακά του πουκαμίσου, να μην λερώνεται από τον καφά του και να θέλει συχνά πλύσιμο, πουκάμισο που άφηνε πάντα τα δυο τελευταία κουμπιά του ανοιχτά κι ακούμπωτα να φαίνεται το αντρίκιο φαρδύ τριχωτό στήθος με τον χρυσό βαφτιστικό του σταυρό, που όλη του τη ζωή φορούσε κατάστηθα.

Μια μέρα, ένα από τα κορίτσια του πέταξε ένα μπαλάκι καμωμένο από γιασεμιά δεμένα πολλά μαζί με κλωστή, συνηθισμένο τότε να το φτιάχνουν τα κορίτσια και να το κρατούν μαζί τους μέχρι να μαραθεί. Τούτο ήταν ολόφρεσκο, ευωδιαστό ακόμη και πρόλαβε να το πιάσει στο αέρα, με ευκινησία κι ένα χαμόγελο που αμέσως του ανταπόδωσε πρόσχαρα και κείνη. Ήταν μια πολύ λεπτή και ψηλή κοπέλα με μαύρα κοντά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Την ξανάδε λίγες μέρες αργότερα, ένα πρωί που δούλευε έξω, να τον κοιτά από ψηλά, από τον πίσω μαντρότοιχο της σχολής που είχε θέα κάτω, στα εργαστήρια. Μόνη αυτή τη φορά, χωρίς τις φίλες της και τον χαβαλέ τους. 

Του μίλησε πρώτη. Τον χαιρέτησε, του είπε πως το όνομα της ήταν Τασία, ήταν μοναχοκόρη μιας εύπορης οικογένειας που έμενε σε ένα ιδιόκτητο σπίτι με αυλή, που βρίσκονταν λίγο παραπάνω στο κάθετο δρόμο.Τον ρώτησε το δικό του όνομα, πόσο καιρό δούλευε εκεί και από που ήρθε, αφού λίγο καιρό τον έβλεπε στην περιοχή που γεννήθηκε και μεγάλωσε και την ήξερε καλά. Του πρότεινε να τα πούνε πάλι αύριο, στο ίδιο σημείο πίσω, θα του έφερνε κι άλλο μπαλάκι από γιασεμί που θα έφτιαχνε, με άνθη από το μεγάλο τέτοιο φυτό που φύτρωνε στην αυλή του σπιτιού τους, όπως και σε όλα σχεδόν τα σπίτια στα Χανιά, πόλη των γιασεμιών τα λέγανε κείνη την εποχή. Από κείνη τη μέρα, πάντα εύρισκαν μια ευκαιρία να τα λένε στα κρυφά οι δυο τους, που πολύ γρήγορα έφτασαν να συναντιούνται καθημερινά.


Σύντομα η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: