Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

ΝΩΡΙΣ ΕΦΥΓΕΣ ΘΕΙΕ... 9

Έμενε στο πατρικό τους σπίτι με το ένα μεγάλο ισόγειο δωμάτιο με διπλές ξύλινες πόρτες μπρος - πίσω, που ήταν η κύρια κατοικία κι αποθήκη με τα έξυπνα εντοιχισμένα ντουλάπια που κλείνανε και σοφιλιάζανε στους χοντρούς πέτρινους τοίχους, με τον ξύλινο οντά που έβγαιναν με την πολύ όρθια σκάλα που χρησίμευε σαν υπνοδωμάτιο και γκαρνταρόμπα όλης της οικογένειας, ήτοι πατέρας, μάνα, πέντε παιδιά που χρόνο με τον χρόνο γίνονταν ενήλικοι/ες κι έψαχναν καθένα τον δρόμο του και την μοίρα του.

Η μεγάλη μπροστινή αυλή τους φιλοξενούσε τον στάβλο για τα μεγάλα ζώα τους,  κατσίκα, μερικά πρόβατα, μουλάρι, σκύλο το υπόστεγο με τα ξύλα που ήταν απαραίτητα για το μαγείρεμα τότε και το πατητήρι που έφτιαχναν το κρασί της χρονιάς τους. Ενώ η πίσω πόρτα οδηγούσε σε κηπάκι με ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κρεμμύδια, μια μεγάλη λεμονιά, κλπ χρειαζούμενα, καθώς και το κοτέτσι με τις κότες και το κλουβί με τα κουνέλια, που συμπλήρωναν συχνά την διατροφή τους με αυγά και άλιπο κρέας. 
 Το σπίτι περιβάλλονταν από περίτεχνα καμωμένη ξερολιθιά γύρω - γύρω, ήταν σκεπασμένο με κόκκινα κεραμίδια που τα στήριζαν χοντρά ξύλινα δοκάρια από κάτω, παντού δε μέσα - έξω υπήρχε διάχυτη μια χαρακτηριστική μυρωδιά που μόνο σε χωριά συναντά κανείς.

Παρόλο που ήταν πολύ κοντά στο κέντρο του χωριού την πλατεία, ήταν σχετικά απομονωμένο στη θέση που βρίσκονταν. Κοντά του είχε μόνο δυο άλλα παρόμοια σπίτια, σαν σε ορθή γωνία. Στο ένα έμενε με την οικογένεια της η αδερφή της μάνας τους η Ζωή η Κουκούτσα, που κούτσαινε και πήγαινε αργά σαν το συγκεκριμένο ζώο, εξ ου και το παρανόμι που της κόλλησαν από νωρίς τα παιδιά του χωριού. Στο δεύτερο έμενε η οικογένεια του Μανώλη του Πάπιτσου, που γεννήθηκε τον ίδιο καιρό με τον Σταύρο, μεγαλώνανε και ζούσανε μαζί σαν αδερφικοί φίλοι. Τον είχανε όλη τη μέρα στο σπίτι τους, γνώριζε όλα τα μέλη της οικογένειας και διατηρούσανε χρόνια φιλικές σχέσεις με όλους.

Φωτιζόταν τις νυχτερινές ώρες για πολλά χρόνια με τον λύχνο και με λάμπες πετρελαίου που κουβαλούσαν πάνω - κάτω, όπου χρειαζόταν περισσότερο κάθε στιγμή. Με αυτά έγραφαν, διάβαζαν, μαγείρευαν, έπλεκαν, έραβαν, κάθονταν στο τραπέζι όταν τελείωναν τις δουλειές. Στις κρύες νύχτες του χειμώνα μαζεύονταν γύρω από την φωτιά που φεγγοβολούσε στην γωνιά που ήταν στημένη η παρασιά, που ήταν και η μοναδική μαγειρική εστία σε όλα τα σπίτια της εποχής, με τα μαύρα καπνισμένα τσουκάλια & τηγάνια πολλών μεγεθών να κρέμονται από πάνω της σε σειρά. Στα τοιχώματα του πέτρινου ανηφορά, που έβγαζε τον καπνό έξω και εξαέριζε το σπίτι όταν τα χοντρά ξύλινα πορτοπαράθυρα ήταν κλειστά.

Οι πόρτες έκλειναν με σιδερένιες αμπάρες που ασφάλιζαν διαγώνια από πίσω σε μπηγμένους στον τοίχο χαλκάδες και κλείδωναν με ένα παλαιό μεγάλο και βαρύ σιδερένιο κλειδί που κρεμούσαν από πίσω σε καρφί, κατάλληλο και για να καρφώνει μπρόκες ή να σπά καρύδια κι αμύγδαλα. Φυλάγοντας τα υπάρχοντα και τις οικονομίες των μελών της οικογένειας, που ιδίως τα παιδιά αρσενικά και θηλυκά φρόντιζαν να κάνουν όποτε μπορούσαν.

Δουλεύοντας σε αγροτικές εργασίες στα χωράφια τους, ή κάνοντας μεροκάματα σε άλλους, που είχαν την τύχη να γεννηθούνε με μεγαλύτερες περιουσίες, να έχουν τα πιο γόνιμα χωράφια, κήπους, περβόλια κι αμπέλια, τα μεγαλύτερα κοπάδια...

Από τους πιο τολμηρούς νέους του Νιό Χωριού ο Σταύρος, προσφέρθηκε να κατεβεί μέσα και  να καθαρίσει το θρυλικό πηγάδι τους, με το πάντα κρύο νερό που δεν στέρευε ποτέ χειμώνα - καλοκαίρι. Που βρισκόταν στην πλατεία κάτω από έναν αιωνόβιο πλάτανο, δίπλα στη κεντρική εκκλησία του Αγίου Θωμά, καλυμμένο από τον παχύ ίσκιο που έκαναν πολλά μέτρα από πάνω του τα τεράστια κλαδιά. Κάτι που κανείς δεν είχε τολμήσει ούτε δοκιμάσει ποτέ να κάνει. Ένας έριξε την ιδέα να το κάνουν οι νέοι, μα μόνο αυτός είπε το «ναι».


Σύντομα η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: